Οι αεροπορικές εταιρείες ενεργοποιούν σχέδια εκτάκτου ανάγκης ενόψει πιθανών ελλείψεων jet fuel. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή εκτοξεύει τιμές και ρίσκο διαθεσιμότητας.
Ο κλάδος των αερομεταφορών εισέρχεται σε νέα φάση αστάθειας, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή απειλεί την παγκόσμια τροφοδοσία σε αεροπορικά καύσιμα και προκαλεί εκρηκτική άνοδο τιμών. Μεγάλες αεροπορικές εταιρείες και αεροδρόμια καταρτίζουν σχέδια εκτάκτου ανάγκης για το ενδεχόμενο ελλείψεων jet fuel μέσα στις επόμενες εβδομάδες, ενώ ήδη εμφανίζονται πρώτες ακυρώσεις πτήσεων λόγω κόστους.
Αβεβαιότητα για διαθεσιμότητα και πρώτα επιχειρησιακά μέτρα
Στελέχη του κλάδου αναφέρουν ότι οι προμηθευτές καυσίμων αρνούνται να δεσμευθούν για παραδόσεις πέραν των τριών επόμενων εβδομάδων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Air France-KLM, Μπεν Σμιθ, τονίζει ότι η εταιρεία «καταρτίζει ήδη σχέδια για διαφορετικά σενάρια» αντιμετώπισης ενδεχόμενης έλλειψης, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης δρομολογίων προς ορισμένες αγορές της Ασίας. Η ανησυχία εστιάζει κυρίως στη Νοτιοανατολική Ασία, η οποία εξαρτάται σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από καύσιμα που προέρχονται από τον Περσικό Κόλπο σε σχέση με την Ευρώπη.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο επικεφαλής της EasyJet, Κέντον Τζάρβις, σημειώνει ότι οι προμηθευτές εγγυώνται επάρκεια μόνο για τις επόμενες τρεις εβδομάδες, αποφεύγοντας να δώσουν οποιαδήποτε διαβεβαίωση για χρονικό ορίζοντα έξι εβδομάδων και άνω. Ενεργειακοί traders εκτιμούν ότι τοπικές ελλείψεις jet fuel είναι «αναπόφευκτες» σε ορισμένες περιοχές, καθώς τα αεροσκάφη υποχρεωτικά ανεφοδιάζονται στους προορισμούς τους και δεν μπορούν να μεταφέρουν καύσιμο για ταξίδι μετ’ επιστροφής.
Παρότι αρκετά αεροδρόμια διαθέτουν αποθέματα 20-25 ημερών, όπως το Διεθνές Αεροδρόμιο της Μπανγκαλόρ, η ανησυχία μετατοπίζεται από τις τιμές στη γυμνή επάρκεια. Ο επικεφαλής του παγκόσμιου οργανισμού αεροδρομίων ACI World, Τζάστιν Έρμπατσι, επισημαίνει ότι «βραχυπρόθεσμα, το βασικό ζήτημα δεν είναι τόσο οι τιμές όσο το αν θα υπάρχει επάρκεια καυσίμων».
Ενεργειακό σοκ, γεωπολιτικός κίνδυνος και επιπτώσεις σε Ευρώπη – τουρισμό
Η γεωπολιτική ένταση μεταφράζεται ήδη σε ενεργειακό σοκ. Οι τιμές του jet fuel έχουν διπλασιαστεί από τότε που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις στο Ιράν τον περασμένο μήνα. Στη βορειοδυτική Ευρώπη, το κόστος εκτινάχθηκε σε ιστορικό υψηλό στα 1.730 δολάρια ανά τόνο, περίπου διπλάσιο των προπολεμικών επιπέδων, επιβαρύνοντας τις εταιρείες με δισεκατομμύρια δολάρια πρόσθετου κόστους, ιδίως όπου δεν υπάρχει επαρκές hedging.
Η SAS ήδη ανακοίνωσε ακύρωση περίπου 1.000 πτήσεων λόγω ακριβών καυσίμων, ενώ αμερικανικοί αερομεταφορείς όπως United, Delta και American Airlines συγκαταλέγονται σε όσους πλήττονται εντονότερα από την απουσία μακροπρόθεσμης αντιστάθμισης κινδύνου. Παράλληλα, οι διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ έχουν διακόψει προμήθειες από το Κουβέιτ, δεύτερο μεγαλύτερο εξαγωγέα jet fuel παγκοσμίως.
Αναλυτές προειδοποιούν ότι Ευρώπη και Αυστραλία είναι πιο εκτεθειμένες λόγω περιορισμένης εγχώριας διυλιστικής δυναμικότητας. Η Ευρώπη έχει κλείσει σημαντικό μέρος των διυλιστηρίων τα τελευταία χρόνια και πλέον προμηθεύεται περίπου το 40% του jet fuel μέσω των Στενών του Ορμούζ, ενώ η Αυστραλία εξαρτάται από διυλιστήρια Κίνας και Σιγκαπούρης. Η κατάσταση επιδεινώνεται από αποφάσεις ασιατικών κυβερνήσεων: η Κίνα ανέστειλε τις εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων και η Νότια Κορέα επέβαλε ανώτατα όρια στις εξαγωγές.
Οι εξελίξεις αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στον παγκόσμιο τουρισμό, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, όπου ήδη καταγράφεται πρώτο κύμα ανατιμήσεων στα αεροπορικά εισιτήρια. Αν και δεν συμμερίζονται όλοι τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις – ο επικεφαλής της Ryanair, Μάικλ Ο’Λίρι, δεν αναμένει ελλείψεις στην Ευρώπη στο επόμενο δίμηνο – η τάση είναι σαφής: υψηλότερο κόστος, αυξημένος κίνδυνος ακυρώσεων και εντεινόμενη αβεβαιότητα για επιβάτες, τουριστικές αγορές και αεροπορικές εταιρείες.
Σχόλιο
: Η κρίση στο jet fuel αποκαλύπτει πόσο εύθραυστο είναι το ενεργειακό και μεταφορικό υπόδειγμα της παγκοσμιοποίησης: λίγοι στρατηγικοί διάδρομοι, συγκεντρωμένη διύλιση και ελάχιστα περιθώρια ελιγμών. Για την Ευρώπη –και κατ’ επέκταση για τον ελληνικό τουρισμό– το μείγμα γεωπολιτικού ρίσκου, κλειστής προσφοράς και καθυστερημένων επενδύσεων σε διύλιση και εναλλακτικά καύσιμα προμηνύει ένα ακριβότερο, πιο ασταθές περιβάλλον αερομεταφορών, όπου η ανθεκτικότητα των εταιρειών και η ευελιξία των κυβερνήσεων θα δοκιμαστούν σκληρά.






