Το Grand Palais στο Παρίσι παρουσιάζει μια μνημειακή έκθεση για τα τελευταία δεκατρία χρόνια του Ανρί Ματίς. Τα έργα του γηραιού καλλιτέχνη αποδεικνύουν ότι η πραγματική ριζοσπαστικότητα ήρθε στο τέλος της ζωής του.
Στο Grand Palais του Παρισιού, μια έκθεση με τίτλο «Matisse, 1941-1954» επανασυστήνει στο κοινό τον Ανρί Ματίς όχι ως τον ζωγράφο της νιότης και της χαράς, αλλά ως έναν καλλιτέχνη που, καθηλωμένος σε αναπηρικό αμαξίδιο και βαριά άρρωστος, επανεφηύρε τον εαυτό του και αναδιαμόρφωσε τη μοντέρνα τέχνη στα τελευταία δεκατρία χρόνια της ζωής του.
Από τον πόλεμο και τη νόσο στη ριζική απλοποίηση
Η αφήγηση ξεκινά το 1941, μετά από μια επικίνδυνη χειρουργική επέμβαση που ο Ματίς μόλις επιβιώνει, ενώ ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος σφίγγει τον κλοιό γύρω από τη Γαλλία. Στο ατελιέ του στη Νίκαια, ζωγραφίζει φαινομενικά ανάλαφρες νεκρές φύσεις: κόκκινες τουλίπες, λεμόνια, μιμόζες, πράσινα και κίτρινα σε μικρές, σχεδόν κλειστοφοβικές συνθέσεις. Το φως, οι γρίλιες, τα παραβάν αλλάζουν θέση ξανά και ξανά· οι ίδιες μοντέλες επανατοποθετούνται σαν καρέ ταινίας. Πίσω από την αέρινη επιφάνεια, οι πίνακες είναι εμμονικά δουλεμένοι, φορτισμένοι από την απειλή του πολέμου, τις συλλήψεις της γυναίκας και της κόρης του από τη Γκεστάπο και την αβεβαιότητα της εποχής.
Από αυτή την εμμονή γεννιέται η σειρά «Θέματα και Παραλλαγές»: ο Ματίς σχεδιάζει το ίδιο γυμνό, το ίδιο πρόσωπο, το ίδιο βάζο με λουλούδια δεκάδες φορές. Κάθε επανάληψη αφαιρεί λεπτομέρειες, καθαρίζει τη γραμμή, συμπυκνώνει τη φόρμα. Ο ίδιος μιλά για «μορφή φιλτραρισμένη στα απαραίτητα». Είναι η πρώτη μεγάλη επανάσταση της ύστερης περιόδου του: η ριζική απλοποίηση, όπου επτά γραμμές αρκούν για να αποδώσουν ένα πρόσωπο, μια ζωή.
Τα ψαλιδάκια που άλλαξαν την ιστορία της τέχνης
Η δεύτερη επανάσταση έρχεται όταν εγκαταλείπει πινέλα και μολύβια και πιάνει το ψαλίδι. Με αφορμή μια παραγγελία για βιβλίο γύρω από το χρώμα, ο Ματίς δημιουργεί τα περίφημα μακέτα για το «Jazz»: κομμάτια χαρτιού βαμμένα σε εκτυφλωτικά χρώματα, κομμένα σε δίνες φύλλων, βουτιές σωμάτων, ουρανούς ουλτραμαρίν, μωβ κηδείες, λευκούς ελέφαντες και τον μαύρο Ίκαρο να πέφτει μέσα σε κίτρινα αστέρια. Σαν να συνθέτει συγχορδίες με χρώμα, εγκαινιάζει μια γλώσσα κολλάζ που θα επηρεάσει γενιές γραφιστών, ζωγράφων και σχεδιαστών.
Μετά από βομβαρδισμό στη Νίκαια, μετακομίζει στη Βανς, στους λόφους πάνω από την πόλη. Εκεί καλύπτει τους τοίχους της κρεβατοκάμαράς του με κομμένα χάρτινα σχήματα, από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι. Το δωμάτιο γίνεται εργαστήριο-σύμπαν, όπου το χρώμα και η φόρμα απελευθερώνονται πλήρως. Παράλληλα επιστρέφει στη ζωγραφική, πιο ανάλαφρη και διαυγή, με εσωτερικά τοπία που μοιάζουν σχεδόν αφαιρετικά ακόμη και όταν περιορίζεται στο μαύρο και το άσπρο.
Η Καπέλα της Βανς και η κληρονομιά του ύστερου Ματίς
Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο Ματίς αναλαμβάνει τον σχεδιασμό ενός παρεκκλησίου στη Βανς. Δεν περιορίζεται στην αγιογράφηση· σχεδιάζει τα πάντα: τα άμφια των ιερέων σε πράσινο και κίτρινο, τα βιτρό με μοτίβα φύλλων και φυτών, έναν χώρο όπου το φως και το χρώμα γίνονται σχεδόν αυτόνομο πνευματικό βίωμα. Η θρησκευτικότητα εδώ δεν είναι δογματική· είναι μια μορφή αισθητικής μυσταγωγίας, όπου ο θεατής «κοινωνεί» με την τέχνη περισσότερο παρά με το θείο.
Η έκθεση κορυφώνεται με τα διάσημα «Μπλε Γυμνά», τέσσερις σιλουέτες που συμπυκνώνουν την ιστορία της απεικόνισης του γυμνού σε ελάχιστες, σχεδόν παιδικές φόρμες, και με ένα τελευταίο αυτοπορτρέτο σε γκουάς. Όμως, ίσως πιο αποκαλυπτική είναι μια μικρή προσωπογραφία με μόλις επτά γραμμές σε κίτρινο χαρτί: η απόδειξη ότι στα 80 του, άρρωστος και σωματικά εξαντλημένος, ο Ματίς είχε φτάσει στην απόλυτη ουσία της εικόνας.
Για το Παρίσι –και την παγκόσμια αγορά τέχνης– η έκθεση αυτή λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η δημιουργική κορύφωση ενός καλλιτέχνη μπορεί να έρθει πολύ αργά στη ζωή του, ανατρέποντας κλισέ γύρω από τη γήρανση, την παραγωγικότητα και την καινοτομία.
Σχόλιο
: Η αναδρομή του Grand Palais δεν είναι απλώς καλλιτεχνικό γεγονός, αλλά και πολιτιστικό asset για τη Γαλλία: ενισχύει τον ρόλο του Παρισιού ως παγκόσμιου κέντρου υψηλής τέχνης, τροφοδοτεί τον πολιτιστικό τουρισμό και επιβεβαιώνει πως οι μεγάλες, μουσειακού τύπου διοργανώσεις αποτελούν πλέον κρίσιμο πυλώνα της «δημιουργικής οικονομίας» στην Ευρώπη.






