Η κυβέρνηση απορρίπτει, προς το παρόν, την επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο, επικαλούμενη τους νέους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες. Ο Θάνος Πετραλιάς αντιπαρέβαλε το κόστος και τις ήδη δρομολογημένες αυξήσεις αποδοχών.
Στο επίκεντρο της κοινοβουλευτικής αντιπαράθεσης βρέθηκε εκ νέου το ζήτημα της επαναφοράς 13ου και 14ου μισθού στους δημοσίους υπαλλήλους, με αφορμή επίκαιρη ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Βασίλη Κόκκαλη. Ο υφυπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Θάνος Πετραλιάς ξεκαθάρισε ότι μια τέτοια κίνηση θα υπερέβαινε τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο, όπως αυτός ορίζεται από το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο, και θα απαιτούσε ισοδύναμα αντίμετρα ύψους δισεκατομμυρίων.
Το δημοσιονομικό επιχείρημα και οι ευρωπαϊκοί κανόνες
Ο Θάνος Πετραλιάς υπογράμμισε ότι η χορήγηση 13ου και 14ου μισθού θα σήμαινε πρόσθετη μόνιμη δαπάνη περίπου 2,7 δισ. ευρώ ετησίως. Όπως τόνισε, το ποσό αυτό βρίσκεται «εκτός του δημοσιονομικού χώρου των πρωτογενών δαπανών», όπως αυτός υπολογίζεται στο πλαίσιο του νέου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού καθεστώτος. Με άλλα λόγια, για να υλοποιηθεί μια τόσο μεγάλη μισθολογική παροχή, η κυβέρνηση θα έπρεπε να προχωρήσει σε αντίστοιχες περικοπές ή αυξήσεις φόρων, ώστε να μην διαταραχθεί η πορεία των δημόσιων οικονομικών.
Ο υφυπουργός υπερασπίστηκε τη στρατηγική της κυβέρνησης, σημειώνοντας ότι ακολουθείται «με συνέπεια πολιτική ενίσχυσης των εισοδημάτων» χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η δημοσιονομική σταθερότητα, την οποία χαρακτήρισε «σημαντική κατάκτηση των τελευταίων ετών». Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι από το 2023 έως το 2026 έχουν υλοποιηθεί 32 παρεμβάσεις που αυξάνουν τις απολαβές όλων των δημοσίων υπαλλήλων, με μόνιμο ετήσιο κόστος 3,3 δισ. ευρώ.
Πίεση από την αντιπολίτευση για κόστος ζωής και ισότητα
Από την πλευρά του, ο Βασίλης Κόκκαλης ανέδειξε το επιχείρημα της κοινωνικής πίεσης. Επικαλέστηκε την «τρομακτική αύξηση των τιμών παντού», όχι μόνο στα καύσιμα, και υποστήριξε ότι η επαναφορά 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο είναι πλέον «επιτακτική», τόσο λόγω του δυσβάστακτου κόστους ζωής όσο και για λόγους ισότητας με τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ περιέγραψε την οικονομική ασφυξία πολλών δημοσίων υπαλλήλων, ειδικά όσων έχουν πολυμελείς οικογένειες, αφήνοντας να εννοηθεί ότι οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν τον πληθωρισμό και τις ανατιμήσεις. Η κριτική αυτή αναδεικνύει το κεντρικό πολιτικό δίλημμα: αν η προτεραιότητα πρέπει να δοθεί στη διατήρηση των δημοσιονομικών ισορροπιών ή σε μια πιο επιθετική πολιτική αναπλήρωσης του πραγματικού εισοδήματος.
Το διακύβευμα για μισθούς, ανάπτυξη και αξιοπιστία
Η συζήτηση για τον 13ο και 14ο μισθό λειτουργεί ως βαρόμετρο για τα όρια της οικονομικής πολιτικής την επόμενη περίοδο. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επιδιώκει να στείλει μήνυμα συνέπειας προς τις αγορές και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προτάσσοντας τη δημοσιονομική σταθερότητα. Από την άλλη, η κοινωνική πίεση από την ακρίβεια ενισχύει τα αιτήματα για νέες, πιο γενναίες παρεμβάσεις υπέρ των μισθωτών.
Το αποτέλεσμα είναι μια εύθραυστη ισορροπία: κάθε επιπλέον μόνιμη δαπάνη, όπως η επαναφορά 13ου και 14ου μισθού, μετατρέπεται σε πολιτική και τεχνοκρατική εξίσωση, όπου το κόστος πρέπει να αντισταθμιστεί με συγκεκριμένα μέτρα. Η έκβαση αυτής της συζήτησης θα καθορίσει όχι μόνο το διαθέσιμο εισόδημα εκατοντάδων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και το περιθώριο κινήσεων της οικονομικής πολιτικής τα επόμενα χρόνια.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση «κλειδώνει» πολιτικά πίσω από τους ευρωπαϊκούς κανόνες για να απορρίψει έναν ακριβό, αλλά κοινωνικά δημοφιλή, μισθολογικό στόχο. Η αντιπολίτευση αξιοποιεί την ακρίβεια για να πιέσει προς γενικευμένες παροχές. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν το υφιστάμενο μίγμα στοχευμένων αυξήσεων επαρκεί για να απορροφήσει το σοκ του κόστους ζωής ή αν θα χρειαστεί, αργά ή γρήγορα, μια πιο δομική αναθεώρηση της μισθολογικής πολιτικής στο Δημόσιο.
#Πετραλιάς #ΔημόσιοιΥπάλληλοι #13οςΜισθός #14οςΜισθός #ΔημοσιονομικήΠολιτική






