Ο Κυριάκος Πιερρακάκης θέτει ως απόλυτη προτεραιότητα την προσιτή ενέργεια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, προειδοποιώντας για ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης. Το Eurogroup συζητά ταυτόχρονα βραχυπρόθεσμη διαχείριση και μακροπρόθεσμη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής.
Σε μια συγκυρία έντονης γεωπολιτικής αστάθειας και εκτόξευσης των διεθνών τιμών ενέργειας, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, έθεσε ως κεντρικό στόχο την προστασία της αγοραστικής δύναμης των ευρωπαϊκών νοικοκυριών και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Μιλώντας πριν από τη συνεδρίαση του Eurogroup, υπογράμμισε ότι η «λέξη-κλειδί» για την ευρωπαϊκή απάντηση είναι η «προσιτή τιμή» της ενέργειας.
Διπλή στρατηγική: κρίση τώρα, μεταρρυθμίσεις για το αύριο
Ο Πιερρακάκης περιέγραψε μια διττή προσέγγιση στην ενεργειακή πολιτική: αφενός τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση της κρίσης που πυροδοτείται από την κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και τις εντάσεις στα Στενά του Ορμούζ, αφετέρου τη μακροπρόθεσμη μεταρρύθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Τόνισε ότι η Ευρώπη εξακολουθεί να μην διαθέτει μια πραγματικά ενιαία ενεργειακή αγορά, με τις ανεπαρκείς διασυνδέσεις μεταξύ κρατών-μελών να επιβαρύνουν την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων.
Στο επίκεντρο της συζήτησης του Eurogroup τίθενται η ενίσχυση της ενεργειακής διασυνδεσιμότητας, η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς που θα μειώνει τις αποκλίσεις τιμών και η ενσωμάτωση της ενεργειακής στρατηγικής στο πλαίσιο των νέων δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ. Η πρόκληση, όπως σημείωσε, είναι ο συνδυασμός ανθεκτικότητας και ανάπτυξης, χωρίς να διαρραγεί η κοινωνική συνοχή μέσω ανεξέλεγκτων αυξήσεων στο κόστος ενέργειας.
Η «εργαλειοθήκη» του 2022 και τα πιθανά μέτρα
Ο πρόεδρος του Eurogroup ξεκαθάρισε ότι οι υπουργοί Οικονομικών είναι «ανοιχτοί στη συζήτηση μέτρων», με την τελική απόφαση να εξαρτάται από την εξέλιξη της κρίσης τις επόμενες εβδομάδες. Υπενθύμισε ότι η ΕΕ διαθέτει ήδη μια «εργαλειοθήκη» πολιτικών που σχεδιάστηκε το 2022, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η οποία μπορεί να επαναχρησιμοποιηθεί και να επικαιροποιηθεί.
Παρότι δεν εξειδίκευσε παρεμβάσεις, άφησε σαφώς να εννοηθεί ότι στο τραπέζι βρίσκονται στοχευμένα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης, μηχανισμοί απορρόφησης διακυμάνσεων τιμών και πιθανές παρεμβάσεις στην αγορά, πάντα εντός των ευρωπαϊκών κανόνων. Την ίδια στιγμή, αναγνώρισε ότι οι επιπτώσεις της κρίσης δεν περιορίζονται στις τιμές ενέργειας, αλλά επεκτείνονται στο κόστος λιπασμάτων, στις αερομεταφορές και στις συνθήκες χρηματοδότησης, διαμορφώνοντας ένα σύνθετο περιβάλλον κινδύνων.
Συντονισμός με G7 και διασφάλιση εφοδιασμού
Ο Πιερρακάκης επιβεβαίωσε ότι στη συνάντηση των χωρών της G7 εξετάστηκε η πιθανότητα προσφυγής στα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου ως εργαλείο αποκλιμάκωσης των τιμών, χωρίς ωστόσο να ληφθεί ακόμη απόφαση. Παρέπεμψε στο κοινό ανακοινωθέν της G7, επιμένοντας ότι υπάρχει «κοινό πνεύμα» για συντονισμένη δράση με βασικούς στόχους τη διασφάλιση του ενεργειακού εφοδιασμού και την αποφυγή αποσταθεροποιητικών κινήσεων στις αγορές.
Το μήνυμα που εξέπεμψε προς τις αγορές και τους πολίτες είναι ότι η Ευρώπη παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, διαθέτει θεσμικά και πολιτικά εργαλεία και προετοιμάζεται για συντονισμένη απάντηση, εφόσον η κρίση κλιμακωθεί. Η ισορροπία ανάμεσα στην προστασία των νοικοκυριών, τη στήριξη της παραγωγής και τη δημοσιονομική πειθαρχία θα κρίνει, σε τελική ανάλυση, την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Σχόλιο
: Η ρητορική για «προσιτή τιμή» και «εργαλειοθήκη» δείχνει πολιτική ετοιμότητα, αλλά όχι ακόμη αποφασιστικότητα. Το κρίσιμο θα είναι αν το Eurogroup κινηθεί προληπτικά –πριν οι αυξήσεις ενέργειας περάσουν πλήρως σε πληθωρισμό και επιτόκια– ή αν επαναλάβει την αργή αντίδραση της περιόδου 2021-2022, όταν οι κυβερνήσεις κυνηγούσαν εκ των υστέρων τις τιμές. Η Ελλάδα, ως χώρα με υψηλό ενεργειακό κόστος και περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο, έχει άμεσο συμφέρον να πιέσει για ενιαία αγορά ενέργειας, ισχυρότερες διασυνδέσεις και κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία στήριξης, αντί για αποσπασματικές εθνικές λύσεις που εντείνουν τις ανισορροπίες στην ενιαία αγορά.






