Η σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν εισέρχεται στην 31η ημέρα με σαφή σημάδια περαιτέρω κλιμάκωσης, καθώς οι στρατιωτικές επιχειρήσεις επεκτείνονται σε κρίσιμες ενεργειακές και αστικές υποδομές, ενώ στο παρασκήνιο ενισχύονται τα σενάρια για πιθανή χερσαία επέμβαση.
Οι νυχτερινές επιθέσεις σε Τεχεράνη και άλλες μεγάλες πόλεις στόχευσαν ενεργειακά δίκτυα και εγκαταστάσεις, προκαλώντας εκτεταμένες διακοπές ρεύματος στην ιρανική πρωτεύουσα. Αν και οι αρχές ανακοίνωσαν ότι η ηλεκτροδότηση αποκαταστάθηκε, το μήνυμα είναι ξεκάθαρο: ο πόλεμος περνά πλέον στο επίπεδο της υποδομής και της οικονομίας.
Ταυτόχρονα, το Ισραήλ δηλώνει ότι συνεχίζει επιχειρήσεις «σε όλη την Τεχεράνη», ενώ το Ιράν απαντά με προειδοποιήσεις για άμεση αντίδραση σε περίπτωση ανάπτυξης αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων.
Η ρητορική της Ουάσινγκτον παραμένει διττή. Ο Donald Trump δηλώνει ότι επιδιώκει συμφωνία, αλλά την ίδια στιγμή αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ελέγχου των ιρανικών πετρελαϊκών υποδομών, ακόμη και μέσω στρατιωτικής παρουσίας. Η αντίφαση αυτή ενισχύει το ρίσκο στρατηγικής ασάφειας, που ιστορικά οδηγεί σε ανεξέλεγκτες εξελίξεις.
Στο διπλωματικό πεδίο, το Πακιστάν επιχειρεί να λειτουργήσει ως μεσολαβητής, με νέες συνομιλίες να προετοιμάζονται, χωρίς όμως ενδείξεις άμεσης αποκλιμάκωσης. Παράλληλα, ισραηλινές πηγές ξεκαθαρίζουν ότι οι επιθέσεις δεν θα περιοριστούν πριν υπάρξει ουσιαστική συμφωνία.
Στο εσωτερικό του Ιράν, η κατάσταση παραμένει τεταμένη. Εκρήξεις καταγράφηκαν σε πολλαπλές πόλεις, ενώ πετροχημικές εγκαταστάσεις και βιομηχανικές μονάδες έχουν πληγεί. Οι απώλειες ξεπερνούν τους 2.000 νεκρούς από την έναρξη της σύγκρουσης, με σημαντικές ζημιές σε αστικές και ενεργειακές υποδομές.
Η κρίση έχει ήδη μεταφερθεί σε περιφερειακό επίπεδο. Σαουδική Αραβία, Κουβέιτ και Μπαχρέιν ενεργοποιούν αντιαεροπορικά συστήματα, αναχαιτίζοντας πυραύλους και drones, ενώ επιθέσεις σε κρίσιμες εγκαταστάσεις ενέργειας αυξάνουν τον κίνδυνο γενικευμένης αποσταθεροποίησης στον Κόλπο.
Στο Ιράκ και στον Λίβανο, καταγράφονται παράλληλες επιχειρήσεις, ενώ στη Γάζα συνεχίζονται επιθέσεις με ανθρώπινες απώλειες. Το γεωπολιτικό τόξο της κρίσης διευρύνεται επικίνδυνα.
Το οικονομικό αποτύπωμα είναι ήδη εμφανές. Οι τιμές του πετρελαίου Brent έχουν εκτιναχθεί πάνω από τα 115 δολάρια ανά βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο άνω του 60% σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Οι αγορές της Ασίας καταγράφουν απώλειες, ενώ η ενεργειακή αβεβαιότητα εντείνει τον φόβο για νέο κύκλο πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, η απόφαση των ΗΠΑ να επιτρέψουν προσωρινά αγορές ρωσικού πετρελαίου από τρίτες χώρες αποτυπώνει τη σκληρή πραγματικότητα: σε συνθήκες ενεργειακής κρίσης, οι γεωπολιτικές γραμμές θολώνουν όταν απειλείται η επάρκεια της αγοράς.
Η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη. Η σύγκρουση δεν περιορίζεται πλέον σε στρατιωτικό επίπεδο. Έχει μετατραπεί σε έναν πολυδιάστατο πόλεμο που επηρεάζει ενέργεια, εφοδιαστικές αλυσίδες και χρηματοπιστωτικές αγορές.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει περαιτέρω κλιμάκωση. Είναι πότε και σε ποια μορφή.
SBC Editorial Note (hard line):
Η αγορά κάνει ένα κλασικό λάθος. Συμπεριφέρεται σαν να πρόκειται για «άλλη μία κρίση Μέσης Ανατολής». Δεν είναι.
Αν επιβεβαιωθεί χερσαία εμπλοκή, το σενάριο αλλάζει καθεστώς. Περνάμε από volatility σε structural shock. Και τότε δεν μιλάμε για 115 δολάρια πετρέλαιο. Μιλάμε για επανατιμολόγηση όλου του παγκόσμιου ενεργειακού και χρηματοοικονομικού συστήματος.







