Το διαδίκτυο γεννήθηκε ως ουτοπικός, ελεύθερος χώρος κοινής γνώσης. Τρεις δεκαετίες μετά, κυριαρχείται από λίγους τεχνολογικούς γίγαντες που εξορύσσουν δεδομένα.
Τριάντα χρόνια μετά τις ρομαντικές διακηρύξεις περί «ανεξάρτητου κυβερνοχώρου», η πραγματικότητα του διαδικτύου απέχει δραματικά από το αρχικό όραμα. Ο ψηφιακός κόσμος ελέγχεται σήμερα από μια χούφτα πολυεθνικών, οι οποίες μετατρέπουν κάθε κλικ, κάθε εικόνα και κάθε λέξη σε πρώτη ύλη για κέρδη. Η μετάβαση από την ουτοπία της ελευθερίας στη βιομηχανία της εξόρυξης δεδομένων δεν έγινε απότομα, αλλά μέσα από φαινομενικά αθώες καινοτομίες.
Από τα «παιχνίδια με σκοπό» στην αόρατη εργασία για Big Tech
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η πορεία του Γουατεμαλέζου επιστήμονα υπολογιστών Λουίς φον Άν, δημιουργού των CAPTCHA, reCAPTCHA και συνιδρυτή του Duolingo. Τα γνωστά τεστ «δεν είμαι ρομπότ» ξεκίνησαν ως «παιχνίδια με σκοπό»: άνθρωποι έλυναν προβλήματα που ήταν δύσκολα για τους υπολογιστές – αναγνώριση εικόνων, αποδελτίωση κειμένων – νομίζοντας ότι απλώς παίζουν ή προστατεύουν έναν λογαριασμό.
Στην πράξη, όμως, εκατομμύρια χρήστες εργάζονταν δωρεάν για την εκπαίδευση αλγορίθμων και την ψηφιοποίηση βιβλίων και εφημερίδων. Η Google αδειοδότησε τις ιδέες του φον Άν, αγόρασε το reCAPTCHA και αξιοποίησε τις βάσεις δεδομένων που παρήγαγαν οι χρήστες. Στη συνέχεια, με το Duolingo, η λογική της «συλλογικής νοημοσύνης» πήρε νέα μορφή: χρήστες μαθαίνουν γλώσσες δωρεάν, ενώ ταυτόχρονα παράγουν υψηλής ποιότητας γλωσσικά δεδομένα που μονεταριοποιούνται, μεταξύ άλλων, για την εκπαίδευση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως σημειώνει ο καθηγητής Ουλίσες Αλί Μεχίας, η αρχική ιδέα ήταν να δημιουργηθεί ένα κοινό ψηφιακό αγαθό προς όφελος όλων. Αντί γι’ αυτό, τα δεδομένα ιδιωτικοποιήθηκαν, πουλήθηκαν και έγιναν το κεφάλαιο για νέες, κερδοφόρες πλατφόρμες.
Από την αντικουλτούρα στην ψηφιακή αποικιοκρατία
Η ειρωνεία είναι ότι το διαδίκτυο αντλεί μέρος της ιδεολογικής του καταγωγής από την αντικουλτούρα της Βόρειας Καλιφόρνιας τη δεκαετία του 1960. Φιγούρες όπως ο Στιούαρτ Μπραντ, ο Στιβ Τζομπς και ο Τζον Πέρι Μπάρλοου οραματίστηκαν έναν χώρο ελεύθερης πληροφορίας, κοινοτήτων χωρίς ιεραρχίες και απόδρασης από την «παλιά» πολιτική. Η φράση «η πληροφορία θέλει να είναι ελεύθερη» έγινε σύνθημα μιας ολόκληρης γενιάς τεχνο-ουτοπιστών.
Όμως, όπως επισημαίνει ο καθηγητής Φρεντ Τέρνερ, η ιδέα ότι μπορείς να αφήσεις την πολιτική πίσω σου ήταν «εκθαμβωτικά αφελής». Οι ίδιες δομές ισχύος – πατριαρχία, ανισότητες, συγκέντρωση εξουσίας – επανεμφανίστηκαν στον ψηφιακό χώρο. Οι πρώτες κοινότητες και πλατφόρμες γρήγορα ανακάλυψαν ότι η συλλογική συνείδηση μπορεί να μετατραπεί σε επιχειρηματικό μοντέλο: μηχανές αναζήτησης, αλγόριθμοι, μαζική συλλογή και εμπορία δεδομένων.
Οι ερευνητές Νικ Κάλντρι και Ουλίσες Μεχίας φτάνουν να περιγράψουν το σημερινό καθεστώς ως «νέα αποικιοκρατία δεδομένων». Όπως η ιστορική αρπαγή γης, έτσι και η σημερινή «αρπαγή δεδομένων» μεταφέρει τεράστιο πλούτο και ισχύ σε μια στενή ελίτ τεχνολογικών εταιρειών, με τους χρήστες να λειτουργούν ως ανεξάντλητο κοίτασμα πρώτων υλών.
Κόπωση των χρηστών και πολιτική αντεπίθεση
Παρά την εδραίωση των Big Tech, τα σημάδια αντίδρασης πληθαίνουν. Κοινότητες αντιστέκονται στην εγκατάσταση ενεργοβόρων data centers, εργαζόμενοι της gig-economy διεκδικούν δικαιώματα, ενώ έρευνες δείχνουν βαθιά απογοήτευση των νέων: σημαντικό ποσοστό Βρετανών και Αμερικανών εφήβων δηλώνει ότι θα προτιμούσε να έχει μεγαλώσει χωρίς διαδίκτυο, θεωρώντας τα social media επιζήμια.
Για τον Τέρνερ, η διέξοδος δεν βρίσκεται στην τεχνοφοβία αλλά στην επαναπολιτικοποίηση: «Η προσοχή μας πρέπει να στραφεί στην πολιτική, όχι στις μηχανές». Το ερώτημα δεν είναι αν η τεχνητή νοημοσύνη ή οι πλατφόρμες θα προχωρήσουν, αλλά με ποιους δημοκρατικούς κανόνες, ποια διαφάνεια και προς ποιο δημόσιο όφελος. Η αποτυχία της πρώτης γενιάς των ψηφιακών ουτοπιστών ήταν ότι δεν έθεσε ποτέ αυτά τα ερωτήματα. Η επόμενη γενιά χρηστών και πολιτών καλείται να το κάνει.
Σχόλιο
: Η συζήτηση για το διαδίκτυο δεν είναι πια τεχνολογική αλλά βαθιά πολιτική: χωρίς ρυθμιστικούς φραγμούς και συλλογικό έλεγχο, η «οικονομία της προσοχής» και η εξόρυξη δεδομένων απειλούν να παγιώσουν ένα νέο, αόρατο καθεστώς ψηφιακής ανισότητας, όπου οι πολίτες παραμένουν απλώς η πρώτη ύλη του συστήματος.
#Διαδίκτυο #BigTech #Δεδομένα #ΤεχνητήΝοημοσύνη #ΨηφιακάΔικαιώματα






