Έντονη αντιπαράθεση ξέσπασε στο Κογκρέσο μετά την επίσκεψη ρωσικής κοινοβουλευτικής αντιπροσωπείας στην Ουάσιγκτον. Η κίνηση, μεσούσης της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και της έντασης με το Ιράν, θεωρήθηκε από πολλούς ως πολιτικό και θεσμικό ολίσθημα.
Η οργάνωση επίσκεψης ρωσικής κοινοβουλευτικής αντιπροσωπείας στο Καπιτώλιο από την Ρεπουμπλικανή βουλευτή Άννα Πωλίνα Λούνα (Φλόριντα) προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις σε φιλοουκρανούς βουλευτές και γερουσιαστές στις ΗΠΑ. Το γεγονός συνέπεσε με την κλιμάκωση της κρίσης με το Ιράν και ενίσχυσε την ανησυχία πως ο πόλεμος της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας περνά σε δεύτερη μοίρα στη δημόσια ατζέντα της Ουάσιγκτον.
Η συνάντηση και το αφήγημα της «ειρήνης»
Στη συνάντηση με την ρωσική αντιπροσωπεία, στην οποία συμμετείχαν μέλη της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων της Δούμας, μεταξύ των οποίων και ο Βιατσεσλάβ Νικόνοφ, εγγονός στενού συνεργάτη του Στάλιν, παρευρέθηκαν οι Ρεπουμπλικανοί βουλευτές Έλι Κρέιν, Ντέρικ Βαν Όρντεν και Άντι Όγκλες, καθώς και ο Δημοκρατικός Βισέντε Γκονζάλες.
Οι Αμερικανοί βουλευτές φωτογραφήθηκαν με τη ρωσική αντιπροσωπεία έξω από το United States Institute of Peace και περπάτησαν μαζί στο ιστορικό Statuary Hall του Καπιτωλίου, εικόνες που γρήγορα έγιναν αντικείμενο πολιτικής εκμετάλλευσης στα κοινωνικά δίκτυα.
Ο Βαν Όρντεν, επικαλούμενος τη στρατιωτική του θητεία «στην αντιμετώπιση ρωσικών και ιρανικών απειλών στην Ευρώπη», υποστήριξε ότι «η ώρα των σκοτωμών πρέπει να τελειώσει» και πως ο μόνος δρόμος προς την ειρήνη είναι «ο διάλογος ή η συντριπτική ισχύς», ξεκαθαρίζοντας ότι οι ΗΠΑ «δεν πρόκειται να πάνε σε πόλεμο με τη Ρωσία».
Η Λούνα, από την πλευρά της, υποστήριξε πως «οφείλουμε στους πολίτες μας ανοιχτό διάλογο, ιδέες και γραμμές επικοινωνίας» και ότι θα συνεχίσει να «προωθεί τον διάλογο και την ειρήνη», κάνοντας αναφορά και σε «οικονομικές ευκαιρίες» από τέτοιες επαφές.
Οξύτατες αντιδράσεις και ζήτημα θεσμικής αξιοπιστίας
Η κίνηση αυτή χαρακτηρίστηκε από φιλοουκρανούς βουλευτές ως επικίνδυνη υπονόμευση της ασφάλειας και της πολιτικής γραμμής των ΗΠΑ. Ο Δημοκρατικός Μάικ Κούιγκλι δήλωσε ότι «ξένοι πολιτικοί χειριστές των αντιπάλων μας δεν πρέπει ΠΟΤΕ να επιτρέπονται στο Καπιτώλιο», κάνοντας λόγο για «τεράστια απειλή ασφαλείας» για τον πρόεδρο της Βουλής, το Κογκρέσο και «τη δημοκρατία την ίδια».
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, κορυφαίο στέλεχος της Επιτροπής Πληροφοριών της Γερουσίας, χαρακτήρισε την επίσκεψη «ιδιαίτερα προβληματική». Ο Ρεπουμπλικανός Τζο Γουίλσον προχώρησε ακόμη πιο μακριά, συγκρίνοντας την παρουσία μελών του «καθεστώτος του εγκληματία πολέμου Πούτιν» στο Καπιτώλιο με επίσκεψη του Τρίτου Ράιχ.
Η κριτική επεκτάθηκε και στο εκτελεστικό σκέλος. Η Δημοκρατική γερουσιαστής Τζιν Σαχίν επεσήμανε ότι «οι κυρωμένοι αξιωματούχοι δεν φτάνουν εδώ κατά λάθος – τους εκδίδονται βίζες και άδειες από τη δική μας κυβέρνηση», υποστηρίζοντας ότι έτσι μειώνεται το κόστος των κυρώσεων για το Κρεμλίνο και του προσφέρεται «πρόσβαση και νομιμοποίηση» σε μια στιγμή που θα έπρεπε να συμβαίνει το αντίθετο.
Το Στέιτ Ντιπάρτμεντ επιβεβαίωσε ότι πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις μεταξύ μελών του Κογκρέσου και Ρώσων βουλευτών, με την παρουσία «νεότερου στελέχους» του υπουργείου ως απλού σημειωτή. Οι Ρώσοι επρόκειτο επίσης να συναντηθούν με «ομοσπονδιακή κυβερνητική αντιπροσωπεία» στο Institute of Peace, ένα από τα κτίρια που σύμμαχοι του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ έχουν μετονομάσει προς τιμήν του.
Το χρονικό πλαίσιο επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα: η Μόσχα κατηγορείται ότι μοιράζεται πληροφορίες με το Ιράν, διευκολύνοντας –σύμφωνα με την ΕΕ– επιθέσεις κατά Αμερικανών, ενώ ο Βλαντίμιρ Πούτιν φέρεται να προσφέρει τερματισμό αυτής της συνεργασίας με αντάλλαγμα τον τερματισμό της αμερικανικής υποστήριξης πληροφοριών προς την Ουκρανία, πρόταση που η Ουάσιγκτον έχει απορρίψει.
Δημοκρατικοί βουλευτές, όπως ο Τζέιμι Ράσκιν, συνέδεσαν ευθέως την επίσκεψη με μια «ηθική εξίσωσης» μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, την οποία αποδίδουν στην κυβέρνηση Τραμπ, καταγγέλλοντας ότι προσφέρει πολιτικό κεφάλαιο σε ένα αυταρχικό καθεστώς την ώρα που συνεχίζει έναν πόλεμο φθοράς στην Ευρώπη.
Σχόλιο
: Η υπόθεση φωτίζει τη βαθιά εσωτερική ρωγμή της αμερικανικής πολιτικής στο ουκρανικό, με μερίδα Ρεπουμπλικανών να υιοθετεί ρητορική «ρεαλπολιτίκ» περί διαλόγου, την ώρα που το θεσμικό και διπλωματικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον επιμένει στην απομόνωση της Μόσχας. Για την Ευρώπη –και ειδικά για χώρες όπως η Ελλάδα που στηρίζονται στην αξιοπιστία της αμερικανικής αποτροπής– τέτοιες εικόνες ενισχύουν τις ανησυχίες για τη συνέπεια της αμερικανικής στρατηγικής έναντι της Ρωσίας και ανοίγουν ερωτήματα για την ανθεκτικότητα του διατλαντικού μετώπου σε βάθος χρόνου.






