Η κυβέρνηση επενδύει στη σταθερότητα, τη θεσμικότητα και τη γεωπολιτική της εικόνα για να «κλειδώσει» νέα αυτοδυναμία το 2027. Κεντρικό εργαλείο, η αντιπαραβολή μιας μονοκομματικής διακυβέρνησης με το σενάριο εύθραυστων κυβερνητικών συνεργασιών.
Σε ένα περιβάλλον κλιμακούμενης γεωπολιτικής έντασης και οικονομικής αβεβαιότητας, το Μέγαρο Μαξίμου αναδιατάσσει την πολιτική του στρατηγική με ξεκάθαρο στόχο: την τρίτη συνεχόμενη αυτοδυναμία της Νέας Δημοκρατίας στις εκλογές του 2027. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να μετατρέψει τη διεθνή ρευστότητα σε επιχείρημα υπέρ της πολιτικής σταθερότητας, παρουσιάζοντας την αυτοδύναμη διακυβέρνηση ως προϋπόθεση ασφάλειας, ταχείας λήψης αποφάσεων και οικονομικής συνέχειας.
Σταθερότητα, θεσμικότητα και απόρριψη πρόωρων εκλογών
Κεντρικός πυλώνας της αντεπίθεσης είναι η επίκληση της θεσμικότητας. Παρά τη δημοσκοπική άνοδο της Νέας Δημοκρατίας και τα σενάρια «εκλογικού αιφνιδιασμού», ο πρωθυπουργός έσπευσε να αποκλείσει κατηγορηματικά την προσφυγή σε πρόωρες κάλπες. Όπως υπογραμμίζουν κυβερνητικά στελέχη, η επιλογή αυτή παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι «ο πρωθυπουργός κινείται με βάση το συμφέρον της πατρίδας και της κοινωνικής συνοχής» και αποφεύγει «τυχοδιωκτικές κινήσεις» που θα έθεταν σε κίνδυνο το αφήγημα της σταθερότητας.
Τα μηνύματα αυτά στοχεύουν σε δύο επίπεδα: αφενός, σε εταίρους και συμμάχους που βλέπουν την Ελλάδα ως πυλώνα ασφάλειας σε μια ταραγμένη περιοχή· αφετέρου, στην εσωτερική κοινή γνώμη, η οποία αναζητά προβλεψιμότητα σε ένα σκηνικό γεωπολιτικών και γεωοικονομικών κραδασμών. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης τονίζει ότι η πολιτική σταθερότητα είναι «συγκριτικό πλεονέκτημα» και ότι δεν προτίθεται να το υπονομεύσει με κινήσεις που θα έστελναν σήμα δημοσιονομικής χαλάρωσης ή πολιτικής αβεβαιότητας.
Η γεωπολιτική ως εργαλείο συσπείρωσης και το αφήγημα της αυτοδυναμίας
Η κυβέρνηση αξιοποιεί την κρίση στη Μέση Ανατολή και την ενεργότερη εμπλοκή της Ελλάδας στην υποστήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας για να ενισχύσει την εικόνα της ως υπεύθυνου, προβλέψιμου παίκτη. Η «ομπρέλα προστασίας» προς τη Λευκωσία, που λειτούργησε ως πυροδότης ευρωπαϊκής αλληλεγγύης, φέρεται να απολαμβάνει ευρείας κοινωνικής αποδοχής, πέρα από κομματικά όρια. Αυτό, σύμφωνα με το Μαξίμου, μεταφράζεται σε μετρήσιμο πολιτικό κέρδος.
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρωθυπουργός ζητά από τους πολίτες να σκεφτούν πώς θα λειτουργούσε μια κυβέρνηση συνεργασίας σε κρίσιμες αποφάσεις, όπως η αποστολή φρεγατών στην Κύπρο ή η επιβολή πλαφόν στο περιθώριο κέρδους για την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας. Η σύγκριση αυτή χρησιμοποιείται για να υπογραμμιστεί το «ειδικό βάρος» μιας αυτοδύναμης κυβέρνησης σε περιόδους κρίσης και να ενισχυθεί η συσπείρωση γύρω από τη Νέα Δημοκρατία.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επικαλείται τα τελευταία δημοσκοπικά δεδομένα, σύμφωνα με τα οποία το κυβερνών κόμμα εμφανίζει αξιοσημείωτη άνοδο, διατηρώντας υπερδιπλάσιο ποσοστό από το ΠΑΣΟΚ. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον στόχο της αυτοδυναμίας «δύσκολο αλλά εφικτό», σε αντιδιαστολή με τον –όπως λέει– λιγότερο ρεαλιστικό στόχο του Νίκου Ανδρουλάκη να αναδειχθεί το ΠΑΣΟΚ πρώτο κόμμα.
Αντιπολίτευση, διαχωριστικές γραμμές και επόμενα βήματα
Παράλληλα, το κυβερνητικό επιτελείο επενδύει στην ανάδειξη έντονων διαχωριστικών γραμμών με την αντιπολίτευση. Η Νέα Δημοκρατία αυτοπαρουσιάζεται ως «η μόνη πολιτική δύναμη που έχει σχέδιο για τη χώρα», ενώ τα κόμματα της αντιπολίτευσης εμφανίζονται ως «αλλοπρόσαλλος» και ασυντόνιστος χώρος, που «ενώνεται μόνο κατά της κυβέρνησης» και επιδίδεται σε «λαϊκισμό πλειοδοσίας μέτρων χωρίς κοστολόγηση».
Κυβερνητικοί παράγοντες αξιοποιούν και την εικόνα των αρχηγών της αντιπολίτευσης, υποστηρίζοντας ότι οι παρεμβάσεις τους κινούνται σε «θεματολογία δεύτερης γραμμής», μακριά από τις άμεσες προτεραιότητες της κοινωνίας. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η κριτική προς τον Αντώνη Σαμαρά, με την επισήμανση ότι «η πραγματικότητα διαψεύδει διαρκώς τις αιτιάσεις του» σε οικονομία, ασφάλεια και γεωπολιτική.
Το στρατηγικό σχέδιο, όπως το περιγράφουν στελέχη της κυβέρνησης, είναι η δημόσια ατζέντα να παραμείνει στα πεδία της στήριξης της κοινωνίας, της διαχείρισης της διεθνούς κρίσης, της θεσμικότητας και των μεταρρυθμίσεων. Εκτιμούν ότι εκεί η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σαφές προβάδισμα, ιδίως στο κοινό του κέντρου και της μετριοπαθούς κεντροδεξιάς, όπου θα κριθεί τελικά και η δυνατότητα επίτευξης μιας ακόμη αυτοδυναμίας το 2027.
Σχόλιο
: Η στρατηγική Μητσοτάκη «κλειδώνει» πάνω σε δύο άξονες: διεθνή σταθερότητα και εσωτερική σοβαρότητα. Όμως, όσο η κυβέρνηση επενδύει στη σύγκριση με μια υποτιθέμενη χαοτική συνεργασία κομμάτων, άλλο τόσο αναλαμβάνει το ρίσκο της πλήρους προσωποποίησης της εξουσίας. Αν η οικονομία ή η κοινωνική κόπωση στραβώσουν, η αυτοδυναμία από πλεονέκτημα μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό βάρος.






