Ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να επανατοποθετηθεί στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, συνδυάζοντας αντιπολεμική ρητορική με ρεαλιστική στάση. Από την Αλεξανδρούπολη προβάλλει το δόγμα της «Νέας Εθνικής Πυξίδας» και ασκεί σκληρή κριτική στην κυβέρνηση.
Από την ακριτική Αλεξανδρούπολη, στο πλαίσιο της περιοδείας για την παρουσίαση του βιβλίου του, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί μια συστηματική επανεμφάνιση στο πεδίο της εξωτερικής και ενεργειακής πολιτικής. Επιλέγει έναν συμβολικό τόπο, που συνδέθηκε με την αναβάθμιση του λιμανιού και την κατασκευή της πλωτής μονάδας επαναεριοποίησης (FSRU), για να υπενθυμίσει τα πεπραγμένα της διακυβέρνησής του και να χαράξει διαχωριστικές γραμμές από τη σημερινή κυβέρνηση.
Η «αντιπολεμική αλλά ρεαλιστική» γραμμή και το δίλημμα με τις ΗΠΑ
Σύμφωνα με το περιβάλλον του, ο πρώην πρωθυπουργός θα κινηθεί σε υψηλούς αντιπολιτευτικούς τόνους απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, συνεχίζοντας τη σκληρή προσωπική κριτική (πρόσφατα τον είχε χαρακτηρίσει «γελωτοποιό» του Τραμπ). Στο επίκεντρο τίθενται οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, μέσα από το ερώτημα «Σύμμαχοι ή προστάτες;», με τον Τσίπρα να επιχειρεί να ορίσει «κόκκινες γραμμές» στη στρατηγική εξάρτηση της χώρας από τις ΗΠΑ.
Η στόχευσή του δεν είναι να εμφανιστεί ως αντισυστημικός πολέμιος της Ουάσιγκτον – άλλωστε υπήρξε ο ίδιος συνομιλητής της – αλλά να παρουσιάσει ένα νέο μείγμα: μια «αντιπολεμική αλλά ταυτόχρονα και ρεαλιστική γραμμή» στην εξωτερική πολιτική. Αυτό μεταφράζεται σε καταδίκη του πολέμου, αλλά και σε αναγνώριση των αναγκών ασφάλειας των κρατών-μελών της ΕΕ, με ειδική μνεία στις απειλές κατά της Κύπρου από το Ιράν.
Κεντρικό εργαλείο της επιχειρηματολογίας του είναι η προβολή μιας «πραγματικά πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής», η οποία, όπως υποστηρίζει, πρέπει να εδράζεται στο διεθνές δίκαιο και όχι σε σχέσεις εξάρτησης. Στο πλαίσιο αυτό, θα αναπτύξει την πρότασή του για μια «Νέα Εθνική Πυξίδα», θέτοντας το δίλημμα: «εθνική υποτέλεια ή πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική βασισμένη στα συμφέροντα της χώρας;».
Ενεργειακή ασφάλεια, ακρίβεια και καταγγελία «ενεργειακής ολιγαρχίας»
Η εξωτερική πολιτική συνδέεται άμεσα, στο αφήγημα Τσίπρα, με την ενέργεια και το κόστος ζωής. Πατώντας στον ρόλο της Αλεξανδρούπολης ως ενεργειακού κόμβου, ο πρώην πρωθυπουργός αναδεικνύει το FSRU ως έργο που, κατά τους συνεργάτες του, «αναβάθμισε τη θέση της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη και ενισχύει την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας και της ΝΑ Ευρώπης».
Παράλληλα, μεταφέρει τη συζήτηση στο μέτωπο της ακρίβειας, υποστηρίζοντας ότι ο νέος πόλεμος αξιοποιείται ως πρόσχημα για «ακόμα μεγαλύτερη αισχροκέρδεια» και ενίσχυση των καρτέλ. Επικαλείται στοιχεία για αύξηση περίπου 30% των δημοσίων εσόδων από τις ανατιμήσεις στα καύσιμα, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι επιλέγει «ημίμετρα» και διοχετεύει πόρους κυρίως σε παραγωγούς ενέργειας αντί στους καταναλωτές.
Στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας του Ινστιτούτου του για την «Ενεργειακή Δημοκρατία», ο Τσίπρας υποστηρίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση, αντί να αποτελέσει εργαλείο απεξάρτησης από τα καρτέλ και προώθησης της πράσινης ενέργειας, εξελίσσεται σε εφαλτήριο δημιουργίας μιας «Ενεργειακής Ολιγαρχίας». Με αυτόν τον τρόπο επιχειρεί να συνδέσει τις γεωπολιτικές εξελίξεις, την ενεργειακή στρατηγική και την κοινωνική πίεση από την ακρίβεια σε ένα ενιαίο, πολιτικά φορτισμένο αφήγημα.
Σχόλιο
: Ο Τσίπρας αξιοποιεί τον πόλεμο και την ενεργειακή κρίση για να επανασυστήσει το πολιτικό του προφίλ ως φορέα «πολυδιάστατης» εξωτερικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο. Ωστόσο, η κριτική του στην κυβέρνηση για «υποτέλεια» και «ενεργειακή ολιγαρχία» θα κριθεί από το κατά πόσο μπορεί να μετασχηματιστεί σε συγκεκριμένη, εφαρμόσιμη στρατηγική και όχι μόνο σε αντιπολιτευτικό λόγο.






