Η επίθεση στο σαουδαραβικό διυλιστήριο Ras Tanura και η κλιμάκωση της σύγκρουσης με το Ιράν αναζωπυρώνουν τους φόβους για ενεργειακό σοκ. Η JP Morgan προειδοποιεί ότι το Brent μπορεί να κινηθεί έως τα 120 δολάρια σε σενάριο παρατεταμένου πολέμου.
Η νέα κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή, με στόχο αυτή τη φορά το στρατηγικής σημασίας διυλιστήριο Ras Tanura στη Σαουδική Αραβία, επαναφέρει με ορμή το σενάριο ενεργειακού σοκ στις διεθνείς αγορές. Η επίθεση, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης Ιράν – χωρών του Κόλπου και υπό τη σκιά των πρόσφατων πληγμάτων ΗΠΑ και Ισραήλ κατά ιρανικών στόχων, οδήγησε σε άλμα των τιμών πετρελαίου κατά 5-6 δολάρια ανά βαρέλι στις πρώτες συναλλαγές μετά την επανέναρξη των αγορών.
Στις μεσημεριανές ώρες, το Brent ενισχυόταν κατά 8,9% στα 79,3 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό (WTI) κινείτο στα 72,9 δολάρια, διατηρώντας spread περίπου 7 δολαρίων υπέρ του Brent.
Το σενάριο των 100-120 δολαρίων και οι τέσσερις κρίσιμες μεταβλητές
Σημείωμα της JP Morgan, με επικεφαλής τη στρατηγικό αναλύτρια εμπορευμάτων Natasha Kaneva, επιχειρεί να ποσοτικοποιήσει τους κινδύνους. Η τράπεζα εκτιμά ότι σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης, ο διεθνής δείκτης αναφοράς Brent θα μπορούσε να κινηθεί στην περιοχή των 100-120 δολαρίων ανά βαρέλι.
Η Kaneva υπογραμμίζει ότι, πέρα από την αρχική «αυθόρμητη» αντίδραση της αγοράς, η μεσοπρόθεσμη πορεία των τιμών θα εξαρτηθεί από τέσσερις μεταβλητές:
- πόσα βαρέλια παραγωγής θα διακοπούν φυσικά,
- πόσο θα διαρκέσει αυτή η διακοπή,
- κατά πόσο θα μπορέσει να κινητοποιηθεί γρήγορα αξιόπιστη εφεδρική προσφορά –συμπεριλαμβανομένης της αξιοποίησης στρατηγικών αποθεμάτων– ώστε να αποφευχθεί διαρθρωτική έλλειψη,
- και τι θα ακολουθήσει σε γεωπολιτικό και ενεργειακό επίπεδο.
«Εκτιμούμε ότι αν η σύγκρουση διαρκέσει περισσότερο από τρεις εβδομάδες, οι παραγωγοί πετρελαίου του Κόλπου θα εξαντλήσουν την αποθηκευτική τους ικανότητα και θα αναγκαστούν να μειώσουν παραγωγή. Σε αυτό το σενάριο, το Brent θα μπορούσε να διαπραγματευτεί στην περιοχή των 100-120 δολαρίων», αναφέρει η JP Morgan, διευκρινίζοντας ότι, λόγω της αβεβαιότητας, δεν τροποποιεί ακόμη τις επίσημες προβλέψεις της.
Στενό του Ορμούζ, ασφάλιστρα κινδύνου και ιστορικά προηγούμενα
Καίριο σημείο της ανάλυσης αποτελεί το Στενό του Ορμούζ. Αν και δεν έχει κλείσει επισήμως, η τράπεζα σημειώνει ότι η κίνηση των δεξαμενόπλοιων έχει ουσιαστικά «παγώσει», λόγω εκτόξευσης των ασφαλίστρων και φόβων για απόσυρση ασφαλιστικής κάλυψης, αλλά και των κινδύνων για τα πληρώματα.
Η αύξηση των ασφαλίστρων σημαίνει ότι το κόστος ανά ταξίδι μπορεί να ανέβει από περίπου 250.000 δολάρια σε 375.000 δολάρια. Εναλλακτικές διαδρομές υπάρχουν, αλλά είναι περιορισμένες και δυσχεραίνουν την ομαλή ροή προμηθειών.
Για τα επτά κράτη του Κόλπου που εξαρτώνται από το Ορμούζ –Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιράκ, Κουβέιτ, Ιράν, Κατάρ και Ομάν– η JP Morgan υπολογίζει διαθέσιμη χερσαία αποθηκευτική ικανότητα περίπου 343 εκατ. βαρελιών, ποσότητα που αντιστοιχεί σε μόλις 22 ημέρες παραγωγής με τους σημερινούς ρυθμούς. Περίπου 60 άδεια δεξαμενόπλοια θα μπορούσαν να απορροφήσουν επιπλέον 50 εκατ. βαρέλια, παρατείνοντας τη λειτουργία για τρεις έως τέσσερις ημέρες ακόμη.
Η τράπεζα υπενθυμίζει ότι από το 1979 έχουν καταγραφεί οκτώ μεγάλες αλλαγές καθεστώτος σε μεσαίου ή μεγάλου μεγέθους πετρελαιοπαραγωγές χώρες, οι οποίες συνοδεύτηκαν από μέση άνοδο τιμών κατά 76% από το σημείο εκκίνησης έως την κορύφωση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ιρανική επανάσταση, όταν οι τιμές ανέβηκαν από 13 δολάρια το βαρέλι σε 34 δολάρια στα μέσα της δεκαετίας του 1980, ενώ η σημερινή παραγωγή του Ιράν, στα 3,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως, υπολείπεται σημαντικά των 5,3 εκατ. βαρελιών του 1978.
Σχόλιο
: Η προειδοποίηση της JP Morgan λειτουργεί ως σαφές καμπανάκι για κυβερνήσεις, κεντρικές τράπεζες και επιχειρήσεις: ένα νέο πετρελαϊκό σοκ, σε περιβάλλον ήδη αυξημένου πληθωρισμού, θα μπορούσε να επαναφέρει με σφοδρότητα τις πιέσεις στο κόστος ενέργειας, στα καύσιμα και στις μεταφορές, δοκιμάζοντας εκ νέου την αντοχή οικονομιών και νοικοκυριών σε παγκόσμιο επίπεδο.






