Η νέα έρευνα της PwC Ελλάδας καταγράφει τις ελπίδες και τους φόβους των εργαζομένων σε ένα περιβάλλον τεχνολογικής μετάβασης. Στο επίκεντρο βρίσκονται η τεχνητή νοημοσύνη, η εμπιστοσύνη στη διοίκηση, οι δεξιότητες και η εργασιακή ασφάλεια.
Η παγκόσμια έρευνα της PwC «Workforce Hopes & Fears 2025», με ειδική αποτύπωση για την Ελλάδα, φωτίζει τις βαθιές ανακατατάξεις στην εγχώρια αγορά εργασίας. Σε ένα πλαίσιο έντονων τεχνολογικών αλλαγών, νέων επιχειρηματικών μοντέλων και οικονομικών πιέσεων, οι Έλληνες εργαζόμενοι τοποθετούν στην κορυφή των προτεραιοτήτων τους την εμπιστοσύνη, την ανάπτυξη δεξιοτήτων και την εργασιακή ασφάλεια.
Τεχνητή νοημοσύνη: ευκαιρία, αλλά με συγκρατημένη αισιοδοξία
Παρότι η ευρεία υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) στην ελληνική αγορά παραμένει περιορισμένη, η χρήση της έχει αρχίσει να εδραιώνεται. Το 43% των εργαζομένων δηλώνει ότι χρησιμοποίησε ΤΝ στην εργασία του τον τελευταίο χρόνο, ενώ το 10% κάνει καθημερινή χρήση εργαλείων γενετικής ΤΝ (GenAI), σχεδόν διπλάσιο ποσοστό σε σχέση με το 2024.
Οι καθημερινοί χρήστες καταγράφουν σαφή οφέλη: το 88% αναφέρει αυξημένη παραγωγικότητα, το 81% μεγαλύτερη δημιουργικότητα και το 84% βελτίωση της ποιότητας της εργασίας. Πάνω από οκτώ στους δέκα πιστεύουν ότι αυτή η θετική δυναμική θα συνεχιστεί την επόμενη τριετία. Συναισθηματικά, οι Έλληνες είναι περίπου 1,5 φορά πιο πιθανό να βλέπουν την ΤΝ ως ευκαιρία παρά ως απειλή, αν και λιγότερο ενθουσιώδεις από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Χαρακτηριστικά, η τεχνολογική αλλαγή κατατάσσεται δεύτερος σημαντικότερος παράγοντας που θα επηρεάσει την εργασία στην Ελλάδα στα επόμενα τρία χρόνια.
Χάσμα αισιοδοξίας και νόημα στην εργασία
Η συνολική αισιοδοξία για το μέλλον του ρόλου τους βρίσκεται κοντά στα διεθνή επίπεδα, αλλά κατανέμεται άνισα. Το 75% των ανώτατων στελεχών και το 65% των managers δηλώνουν αισιόδοξοι, έναντι μόλις 45% των μη διευθυντικών στελεχών. Αντίστοιχα, το 56% των διευθυντικών στελεχών και άνω βρίσκει νόημα και ευκαιρίες προσωπικής ανάπτυξης στη δουλειά του, ποσοστό που υποχωρεί στο 42% για όσους βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία.
Εμφανείς είναι και οι έμφυλες διαφορές: οι άνδρες δηλώνουν συχνότερα ότι νιώθουν έμπνευση και ενθουσιασμό από την εργασία τους, ενώ οι γυναίκες αναφέρουν αυξημένα επίπεδα κόπωσης, στοιχείο που παραπέμπει σε επίμονα προβλήματα ισορροπίας επαγγελματικής και προσωπικής ζωής.
Δεξιότητες, μάθηση και εμπιστοσύνη στη διοίκηση
Επτά στους δέκα εργαζόμενους πιστεύουν ότι περισσότερες από τις μισές σημερινές τους δεξιότητες θα παραμείνουν ουσιαστικά χρήσιμες στην επόμενη τριετία. Ωστόσο, μόνο το 49% δηλώνει ότι ανέπτυξε νέες δεξιότητες τον τελευταίο χρόνο. Το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο 65% μεταξύ των καθημερινών χρηστών GenAI, αναδεικνύοντας τη στενή σχέση μεταξύ τεχνολογικής εξοικείωσης και συνεχούς μάθησης.
Παρά ταύτα, μόλις το 48% των εργαζομένων θεωρεί ότι έχει πρόσβαση στους πόρους μάθησης και ανάπτυξης που χρειάζεται, χαμηλότερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο. Στο πεδίο της εμπιστοσύνης, το 51% δηλώνει ότι εμπιστεύεται τον άμεσο προϊστάμενό του, αλλά μόνο το 41% την ανώτατη διοίκηση. GenZ και Millennials εμφανίζονται πιο διστακτικοί να εκφράσουν ανοιχτά τις απόψεις τους, υποδηλώνοντας φόβο για τις συνέπειες της ειλικρινούς ανατροφοδότησης.
Οικονομική ασφάλεια και δέσμευση στο χώρο εργασίας
Η εργασιακή ασφάλεια και οι αποδοχές παραμένουν οι ισχυρότεροι παράγοντες παρακίνησης. Το 84% θεωρεί κρίσιμο ένα «λογικό επίπεδο εργασιακής ασφάλειας», κάτι αναμενόμενο σε ένα οικονομικά εύθραυστο περιβάλλον. Η οικονομική κατάσταση διαμορφώνει και τα επίπεδα εμπιστοσύνης: μόνο το 46% όσων δυσκολεύονται να καλύψουν τα έξοδά τους εμπιστεύεται τον προϊστάμενο, έναντι 60% μεταξύ όσων διαθέτουν οικονομική άνεση.
Η οικονομική σταθερότητα συνδέεται άμεσα με τη δέσμευση. Στους οικονομικά ασφαλείς, το 63% ανυπομονεί να πάει στη δουλειά, το 79% αισθάνεται περήφανο και το 71% δηλώνει πρόθυμο να προσφέρει περισσότερα από όσα απαιτεί ο ρόλος του. Τα αντίστοιχα ποσοστά για όσους δεν μπορούν να καλύψουν τους λογαριασμούς τους πέφτουν στο 50%, 66% και 62%, δείχνοντας ότι η ψαλίδα κοινωνικής ανισότητας μεταφράζεται σε χαμένη παραγωγικότητα και χαμηλότερη δέσμευση.
Σχόλιο
: Η έρευνα της PwC επιβεβαιώνει ότι η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι: η τεχνητή νοημοσύνη λειτουργεί ως επιταχυντής δεξιοτήτων και παραγωγικότητας, αλλά η άνιση πρόσβαση σε εκπαίδευση, η αδύναμη εμπιστοσύνη στη διοίκηση και η οικονομική ανασφάλεια απειλούν να παγιώσουν ένα διπολικό μοντέλο εργαζομένων δύο ταχυτήτων. Για τις επιχειρήσεις, το πραγματικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα δεν θα κριθεί μόνο στην υιοθέτηση τεχνολογίας, αλλά στην ικανότητά τους να επενδύσουν συστηματικά σε ανθρώπινο κεφάλαιο, διαφανή ηγεσία και ουσιαστική εργασιακή ασφάλεια.
#PwC #ΤεχνητήΝοημοσύνη #ΑγοράΕργασίας #ΕργασιακήΑσφάλεια #Δεξιότητες






