Η ιστορία του Κεν Ράινταουτ φωτίζει με ωμότητα την αμερικανική κρίση οπιοειδών και τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην επιτυχία και την κατάρρευση. Από χρηματιστής της Γουόλ Στριτ έγινε υπόδειγμα ανάρρωσης και κορυφαίος μαραθωνοδρόμος άνω των 50.
Η πορεία του Αμερικανού Κεν Ράινταουτ από τα οπιοειδή στην κορυφή του μαραθωνίου συμπυκνώνει δύο μεγάλες ιστορίες της εποχής: την εκρηκτική κρίση εθισμού σε φαρμακευτικά οπιοειδή στις ΗΠΑ και τη δύναμη – αλλά και τα όρια – της προσωπικής ανθεκτικότητας.
Από τα παυσίπονα στην απόλυτη εξάρτηση
Η ιστορία ξεκινά το 1998, με έναν «αθώο» τραυματισμό στον αστράγαλο. Ο Ράινταουτ, τότε ανερχόμενος trader εμπορευμάτων στη Νέα Υόρκη, λαμβάνει συνταγή για επτά δισκία Percocet, παυσίπονο με οξυκοδόνη. Το φάρμακο δεν ανακουφίζει μόνο τον πόνο, αλλά και το άγχος και το σύνδρομο απατεώνα που τον κατατρύχει στον κόσμο της Γουόλ Στριτ. Σύντομα ζητά περισσότερα χάπια, παραποιεί συνταγές, στοχεύει μικρά φαρμακεία που δεν ελέγχουν αυστηρά τις εκδόσεις.
Η μετακόμιση στο Λονδίνο, που αρχικά μοιάζει με ευκαιρία απεξάρτησης, καταλήγει σε βαθύτερη βύθιση. Τα συμπτώματα στέρησης είναι ακραία και ο Ράινταουτ στρέφεται στο OxyContin, πιο ισχυρή μορφή οξυκοδόνης. Μέσα στα χρόνια, δοκιμάζει προγράμματα απεξάρτησης, συμμετέχει σε συναντήσεις Ανώνυμων Ναρκωτικών, λαμβάνει Subutex, αλλά εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο: κάθε στρες στη δουλειά ή στο σπίτι οδηγεί σε υποτροπή.
Σε μια φάση, φτάνει να καταναλώνει 20-30 δισκία οξυκοδόνης την ημέρα, συντηρώντας μια εύθραυστη «λειτουργικότητα» που κρύβει βαθιά κατάθλιψη, ευερεθιστότητα και αποξένωση από τους γύρω του. Η εξάρτηση υπονομεύει τις σχέσεις του και κυρίως τον γάμο του με τη Σέλμπι, η οποία υποψιάζεται πρόβλημα με ουσίες, χωρίς να αντιλαμβάνεται την πραγματική κλίμακα.
Η κατάρρευση, η εξομολόγηση και η στροφή στον αθλητισμό
Η καμπή έρχεται το 2010, όταν το ζευγάρι ετοιμάζεται να ταξιδέψει στην Αιθιοπία για να υιοθετήσει ένα κοριτσάκι. Τριάντα ημέρες πριν το ταξίδι, ο Ράινταουτ αποφασίζει ότι δεν μπορεί να γίνει πατέρας βυθισμένος στα οπιοειδή και μπαίνει σε πρόγραμμα αποτοξίνωσης εξωτερικής παρακολούθησης στη Νέα Υόρκη. Τα συμπτώματα στέρησης είναι τόσο σφοδρά που λιποθυμά στο μπάνιο, βρίσκοντας τον εαυτό του στο πάτωμα, μέσα στα ούρα του, με τη σύζυγο να τον κρατά κλαίγοντας. Είναι η στιγμή που ομολογεί τα πάντα.
Μετά την αρχική αποτοξίνωση και τη χρήση Vivitrol – ενέσιμου φαρμάκου που μπλοκάρει τους υποδοχείς οπιοειδών – ο Ράινταουτ παραμένει νηφάλιος, με ελάχιστες και σύντομες υποτροπές. Μετακομίζουν στο Νάσβιλ, υιοθετούν την κόρη τους και αποκτούν τρεις βιολογικούς γιους. Εκεί, η σωματική άσκηση, που πάντα υπήρχε στη ζωή του, μετατρέπεται σε κεντρικό άξονα ταυτότητας και διαχείρισης του ψυχικού φορτίου.
Ξεκινά να τρέχει καθημερινά δέκα μίλια σε υψηλή ένταση, μπαίνει σε μαραθωνίους και Ironman. Το 2012 εγκαταλείπει εξουθενωμένος τον τελικό του Ironman στην Κόνα της Χαβάης, απόφαση που μετανιώνει αμέσως και ορκίζεται να μην ξαναπαραιτηθεί. Με τη βοήθεια προπονητή, βελτιώνει θεαματικά τις επιδόσεις του: πετυχαίνει χρόνο 2:28:25 σε μαραθώνιο και κατατάσσεται ανάμεσα στους ταχύτερους δρομείς άνω των 50 ετών στα World Marathon Majors. Στα 54 του κερδίζει τις κατηγορίες 40+ και 50+ στο ημιμαραθώνιο του Όστιν με 1 ώρα και 15 λεπτά.
Το αόρατο κόστος και τα όρια της «ηρωικής» αφήγησης
Παρά τις εντυπωσιακές επιδόσεις, ο ίδιος επιμένει ότι «το να μείνω νηφάλιος είναι το μεγαλύτερο επίτευγμα της ζωής μου – κανένα αποτέλεσμα στο τρέξιμο δεν πλησιάζει». Η ανάρρωση, ωστόσο, δεν είναι γραμμική. Οι αγώνες τον απομακρύνουν για μεγάλα διαστήματα από την οικογένεια, μετά τους μαραθωνίους βυθίζεται συχνά σε κατάθλιψη, ενώ η πίεση της επίδοσης γεννά ταπεινώσεις όταν δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του.
Έπειτα από έναν κύκλο έξι μεγάλων μαραθωνίων σε 18 μήνες, καταρρέει ψυχικά και καταφεύγει σε τετραήμερο εντατικό θεραπευτικό πρόγραμμα στην ύπαιθρο του Τενεσί. Εκεί, μέσα από ομαδικές συνεδρίες τύπου AA και ψυχοθεραπεία, αναμετριέται με την παιδική κακοποίηση, τη φτώχεια και τη ντροπή που κουβαλούσε από τα προάστια της Βοστώνης. Η αποδοχή ότι η ευαλωτότητα δεν είναι αδυναμία λειτουργεί απελευθερωτικά, χωρίς όμως να σβήνει πλήρως τις πληγές αυτοεκτίμησης.
Η μαρτυρία του, όπως αποτυπώνεται στο βιβλίο του «Everything You Want Is on the Other Side of Hard», υπενθυμίζει ότι η κρίση των οπιοειδών δεν αφορά μόνο στατιστικές, αλλά ανθρώπους που συχνά βρίσκονται στην καρδιά του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος. Και ότι, παρά τη στήριξη οικογένειας και ειδικών, η τελική ευθύνη ανάρρωσης παραμένει, όπως λέει ο ίδιος, στον άνθρωπο που κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Ράινταουτ είναι πολύτιμη υπενθύμιση για την Ελλάδα, όπου η υπερσυνταγογράφηση και η ψυχική υγεία συχνά υποτιμώνται: δείχνει πόσο λεπτή είναι η γραμμή ανάμεσα στη «νόμιμη» ιατρική χρήση και την καταστροφική εξάρτηση, αλλά και πώς η κοινωνική επιτυχία μπορεί να συγκαλύπτει βαθιές ρωγμές, μέχρι αυτές να απειλήσουν τα πάντα.






