Ο Κιρ Στάρμερ βρίσκεται στο στόχαστρο του δεξιού βρετανικού Τύπου για τη στάση του στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Η αντιπαράθεση αναδεικνύει τη βαθιά σύγκρουση μεταξύ εκλεγμένης εξουσίας και μιντιακών ομίλων με τεράστια πολιτική επιρροή.
Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου Κιρ Στάρμερ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή εκστρατεία αποδόμησης από τον δεξιό Τύπο, με αφορμή την άρνησή του να ακολουθήσει άκριτα τη γραμμή του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν. Εφημερίδες όπως η Telegraph, η Daily Express και η Sunday Times υιοθετούν δραματικές προειδοποιήσεις για ιρανικούς πυραύλους που δήθεν απειλούν άμεσα το Λονδίνο, ενώ ταυτόχρονα κατηγορούν τον Στάρμερ για «δειλία» και υποτιθέμενη στροφή των Εργατικών σε «ακραία, ισλαμιστική» κατεύθυνση.
Ο ρόλος των ταμπλόιντ και η κατασκευή αφηγήματος
Η κριτική δεν περιορίζεται στις επιλογές εξωτερικής πολιτικής. Ο Στάρμερ παρουσιάζεται συστηματικά ως αναποφάσιστος και δειλός, με τα ταμπλόιντ να αναδεικνύουν κάθε αμφιλεγόμενη πτυχή του παρελθόντος του – από διπλωματικές σχέσεις μέχρι παλαιότερες φωτογραφίες προσώπων του βρετανικού κατεστημένου με τον Τζέφρι Έπσταϊν – και να τις μετατρέπουν σε αφήγημα «διαρκούς ανικανότητας».
Η Daily Mail, παραδοσιακός πολέμιος των Εργατικών, προσωποποιεί την επίθεση στον ίδιο τον πρωθυπουργό, μιλώντας για «εκφυλισμένη κυβέρνηση» και «εγκατάλειψη καθήκοντος». Η κλασική δομή εξουσίας των βρετανικών μίντια – ισχυροί, πλούσιοι εκδότες με σαφή ταξικά και φορολογικά συμφέροντα – συγκρούεται με μια κυβέρνηση που, έστω και συγκρατημένα, υπόσχεται αναδιανομή βαρών και αλλαγές στο οικονομικό μοντέλο.
Επικοινωνιακή αδυναμία και στρατηγικά διλήμματα
Η αρθρογράφος επισημαίνει ότι μέρος του προβλήματος είναι και αυτοπροκαλούμενο. Ο Στάρμερ, πρώην δικηγόρος ανθρωπίνων δικαιωμάτων, εμφανίζεται συχνά τεχνοκρατικός και άκαμπτος, με ενιαίο, επίπεδο τόνο είτε μιλά για πόλεμο είτε για καθημερινά θέματα. Σε μια εποχή όπου ο δημόσιος λόγος συμπιέζεται σε κλιπ λίγων δευτερολέπτων, αυτή η «ξύλινη» παρουσία τον καθιστά εύκολο στόχο για σατιρικές εκπομπές και επιθετικές συνεντεύξεις.
Η στρατηγική κατευνασμού των μίντια – η απόφαση να μη θίξει εκ νέου το θέμα της ανεξάρτητης ρύθμισης του Τύπου ή να ανοίξει έρευνες για ακραίες πρακτικές – δεν απέδωσε. Αντί για «ανάπαυλα», ο Στάρμερ βρέθηκε αντιμέτωπος με ακόμη πιο σκληρούς τίτλους. Πρώην σύμβουλοι των Εργατικών εισηγούνται πλέον πιο συγκρουσιακή στάση, ταχεία μονάδα διάψευσης και κυρίως αξιοποίηση της κυβερνητικής ατζέντας για να επιβάλλει ο ίδιος τα θέματα της δημόσιας συζήτησης.
Παράκαμψη των μίντια ή επαναπροσδιορισμός της αφήγησης;
Μία σχολή σκέψης προτείνει να μιμηθεί τον Τραμπ, παρακάμπτοντας τα παραδοσιακά μέσα μέσω προσωπικής πλατφόρμας, εβδομαδιαίων διαδικτυακών «διαγγελμάτων» και άμεσης επικοινωνίας με τους πολίτες. Ωστόσο, μια τέτοια «αντάρτικη» προσέγγιση θεωρείται από στενούς παρατηρητές ασύμβατη με τον χαρακτήρα του, αλλά και εν δυνάμει επικίνδυνη, καθώς θα τροφοδοτούσε ακόμη περισσότερο τη σάτιρα και την πόλωση.
Το κεντρικό ζήτημα, όπως επισημαίνει ο βιογράφος του Τομ Μπόλντουιν, δεν είναι να «μεταμορφωθεί» ο Στάρμερ σε ψευδο-λαϊκιστή, αλλά να μετατρέψει τα πραγματικά του πλεονεκτήματα – την προσήλωση στην ουσία, τη θεσμική σοβαρότητα, την αντίσταση σε παράλογες απαιτήσεις συμμάχων – σε συνεκτική, θετική αφήγηση για τους ψηφοφόρους. Χωρίς πειστική ιστορία για το τι εκπροσωπεί και πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα, ο εχθρικός Τύπος θα συνεχίσει να γράφει τη δική του.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Στάρμερ είναι υπόδειγμα για το πώς, σε ώριμες δημοκρατίες, η πραγματική μάχη δεν δίνεται μόνο στις κάλπες ή στα κοινοβούλια, αλλά στο επίπεδο της αφήγησης: όποιος ορίσει πρώτος και πειστικότερα το πλαίσιο – ειδικά σε περιόδους πολέμου – κερδίζει και το πολιτικό παιχνίδι.






