Η μάχη για τον δήμο Παρισιού κρίνεται στις λεπτομέρειες και οι υποψήφιοι ανακαλύπτουν την πολιτική ισχύ των ιδιοκτητών σκύλων. Οι προτάσεις για πάρκα, μετακινήσεις και κτηνιατρική φροντίδα μετατρέπουν την ευζωία ζώων σε κεντρικό προεκλογικό διακύβευμα.
Στις δημοτικές εκλογές του Παρισιού, η μάχη για τη δημαρχία έχει αποκτήσει έναν απρόσμενο πρωταγωνιστή: τους περίπου 100.000 σκύλους της πόλης και –κυρίως– τους ιδιοκτήτες τους. Με την αναμέτρηση να προβλέπεται οριακή, οι δύο βασικοί διεκδικητές, ο αριστερός Εμανουέλ Γκρεγκουάρ και η συντηρητική Ρασιντά Ντατί, επενδύουν συστηματικά σε μια «κυνοφιλική» ατζέντα, η οποία αποκαλύπτει πόσο κεντρικό γίνεται πλέον το ζήτημα της ευζωίας των ζώων στα ευρωπαϊκά αστικά κέντρα.
Η εκλογική αριθμητική των σκύλων
Στις προηγούμενες δημοτικές εκλογές του 2020, η σοσιαλίστρια δήμαρχος Αν Ινταλγκό επικράτησε της Ντατί με διαφορά περίπου 57.000 ψήφων. Σήμερα, με την πόλη να φιλοξενεί πάνω από 100.000 σκύλους, οργανώσεις ιδιοκτητών υπολογίζουν ότι το «κυνοφιλικό μπλοκ» μπορεί να αντιστοιχεί σε έως 170.000 ψήφους, αν ληφθούν υπόψη οι οικογένειες πίσω από κάθε κατοικίδιο.
Η ομπρέλα-οργάνωση «Paris Condition Canine», που εκπροσωπεί 10 συλλόγους, έχει δημοσιεύσει μανιφέστο ζητώντας ριζική αλλαγή πολιτικής: σήμερα, από τα περίπου 550 πάρκα και δημόσιους χώρους της πόλης, μόλις 165 επιτρέπουν σκύλους με λουρί, ενώ υπάρχουν μόνο 43 περιφραγμένοι χώροι όπου τα ζώα μπορούν να τρέξουν ελεύθερα. Όπως τονίζει ο εκπρόσωπος της οργάνωσης, «οι απαγορεύσεις είναι ο κανόνας και οι άδειες η εξαίρεση».
Υποσχέσεις για πάρκα, μεταφορές και κτηνιάτρους
Αντιλαμβανόμενος την εκλογική βαρύτητα του ζητήματος, ο Γκρεγκουάρ έχει «ντύσει» την καμπάνια του με έντονο φιλοζωικό χρώμα, μέχρι και με ειδικό λογαριασμό στο Instagram γεμάτο φωτογραφίες σκύλων που «γοητεύουν τον μελλοντικό δήμαρχο για να ανοίξει περισσότερους χώρους». Υπόσχεται περισσότερα υπαίθρια σημεία για σκύλους, επιδοτούμενες κτηνιατρικές επισκέψεις και ελεύθερη πρόσβαση σκύλων σε όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς.
Σήμερα, οι σκύλοι μπορούν να επιβιβάζονται στο μετρό μόνο με φίμωτρο ή μέσα σε καλάθι, ενώ στα λεωφορεία και τα τραμ επιτρέπονται αποκλειστικά οι σκύλοι-βοηθοί. Το σχέδιο Γκρεγκουάρ, που συμπίπτει σε αυτό το σημείο με την πρόταση της ριζοσπαστικής αριστερής υποψήφιας Σοφία Σικιρού, στοχεύει σε πλήρη ενσωμάτωση των ζώων στην αστική κινητικότητα.
Η Ντατί, από την πλευρά της, έχει οργανώσει ακόμη και «doggy drinks» – συναντήσεις με ιδιοκτήτες σκύλων – και υπόσχεται «κοινόχρηστους χώρους» σε όλη την πόλη, όπου οι πολίτες θα μπορούν να κυκλοφορούν με τα κατοικίδιά τους «ελεύθερα, χωρίς ενόχληση ή κριτική». Δεσμεύεται για διεύρυνση της πρόσβασης σε πάρκα και δημιουργία περισσότερων ειδικών χώρων για σκύλους, τόσο με λουρί όσο και χωρίς.
Πολιτική στρατηγική ή ουσιαστική μέριμνα;
Η αναμέτρηση παραμένει εξαιρετικά ρευστή. Ο Γκρεγκουάρ, πρώην αναπληρωτής δήμαρχος, ήρθε πρώτος στον πρώτο γύρο με 38%, με τη Ντατί να ακολουθεί με 25,5%. Οι δύο άλλοι υποψήφιοι που πέρασαν στον δεύτερο γύρο, ο κεντρώος Πιερ-Ιβ Μπουρναζέλ (11,3%) και η ακροδεξιά Σάρα Κνάφο (10,4%), αποσύρθηκαν: ο πρώτος συντάχθηκε με τη Ντατί, ενώ η δεύτερη κάλεσε τους ψηφοφόρους της να «νικήσουν την αριστερά» στηρίζοντας τη συντηρητική υποψήφια.
Σε αυτό το πλαίσιο, η «ψήφος των σκύλων» λειτουργεί ως συμβολική αλλά και πραγματική δεξαμενή επιρροής, ιδίως προς τους κεντρώους και οικολογικά ευαίσθητους ψηφοφόρους. Δημοσκόπηση της Ifop τον Φεβρουάριο έδειξε ότι το 58% των ψηφοφόρων θεωρεί την ευζωία των ζώων προτεραιότητα. Ωστόσο, όπως δείχνουν μαρτυρίες πολιτών, πολλοί παραμένουν καχύποπτοι για το κατά πόσο οι φιλοζωικές εξαγγελίες είναι κάτι περισσότερο από προεκλογικό εργαλείο, ιδίως σε μια πόλη με υψηλές εντάσεις γύρω από θέματα ασφάλειας, στέγασης και κόστους ζωής.
Παρά τον σκεπτικισμό, η περίπτωση του Παρισιού αναδεικνύει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή τάση: τα ζητήματα καθημερινότητας, ποιότητας ζωής και σχέσης ανθρώπου-ζώων μετατρέπονται σε κεντρικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης, ιδίως στα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα.
Σχόλιο
: Η παρισινή μάχη για τους σκύλους φωτίζει μια κρίσιμη μετατόπιση: τα κόμματα αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική κρίνεται όλο και περισσότερο στις «μικρές», βιωμένες πτυχές της αστικής ζωής. Η στόχευση των ιδιοκτητών κατοικιδίων δεν είναι γραφική, αλλά μια προσπάθεια να δεθεί η πολιτική με την καθημερινότητα. Για χώρες όπως η Ελλάδα, όπου η ευζωία ζώων παραμένει ελλιπώς θεσμοθετημένη, το παράδειγμα δείχνει προς μια επόμενη γενιά αστικών πολιτικών, όπου ο δημόσιος χώρος σχεδιάζεται όχι μόνο για ανθρώπους αλλά για ολόκληρο το οικοσύστημα της πόλης.






