Η εκτίναξη των τιμών στα καύσιμα πιέζει τη γερμανική κυβέρνηση σε παρεμβάσεις με υψηλό πολιτικό ρίσκο. Στο τραπέζι μπαίνουν «σpritpreisbremse», CO2 και ρυθμιστικές αρχές.
Η συνεχής άνοδος των τιμών στα πρατήρια καυσίμων στη Γερμανία έχει μετατραπεί σε μείζον πολιτικό πρόβλημα για τον κυβερνητικό συνασπισμό. Οι αυξήσεις στην αντλία, τροφοδοτούμενες από τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και τη φορολογική επιβάρυνση, ενισχύουν τη λαϊκή δυσαρέσκεια και υποχρεώνουν το Βερολίνο να εξετάσει παρεμβάσεις που μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν με έντονο οικονομικό σκεπτικισμό.
Σpritpreisbremse και νέα task force υπό πίεση
Κεντρική ιδέα που συζητείται είναι η λεγόμενη «spritpreisbremse», ένα είδος φρένου στις τιμές των καυσίμων. Η μέχρι τώρα επιλογή της κυβέρνησης, η θέσπιση ημερήσιου ορίου στη μεταβολή της τιμής, αποδεικνύεται ανεπαρκής για ουσιαστική ανακούφιση των καταναλωτών. Ως εκ τούτου, συγκροτείται ειδική task force με τη συμμετοχή της Ομοσπονδιακής Αρχής Ανταγωνισμού, των μεγάλων πετρελαϊκών ομίλων και εκπροσώπων της πολιτικής ηγεσίας, προκειμένου να αξιολογηθούν πιο δραστικά μέτρα.
Σύμφωνα με την ανάλυση του Rasmus Buchsteiner, ο συνασπισμός «μαύρου-κόκκινου» βρίσκεται παγιδευμένος ανάμεσα στην οικονομική ορθοδοξία και την πολιτική ανάγκη. Οι ειδικοί προειδοποιούν ότι ένα τεχνητό πλαφόν στις τιμές μπορεί να διαστρεβλώσει την αγορά, να πλήξει τον ανταγωνισμό και τελικά να οδηγήσει σε ελλείψεις. Ωστόσο, η κοινωνική πίεση και ο φόβος περαιτέρω ενίσχυσης των άκρων ωθούν την κυβέρνηση σε λύσεις που σε τεχνοκρατικό επίπεδο αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Ενδεικτικό είναι ότι οι σχετικές ιδέες απολαμβάνουν μεγαλύτερη αποδοχή στο κοινοβούλιο και στα κρατίδια παρά στο ίδιο το κυβερνητικό επιτελείο.
Αίτημα για πάγωμα της τιμολόγησης CO2 και πολιτικοί κίνδυνοι
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται και η τιμολόγηση των εκπομπών CO2. Ο πρωθυπουργός της Θουριγγίας, Μάριο Φοϊχτ, ζητά σε συνέντευξή του αναστολή της επιβάρυνσης CO2 στα καύσιμα, υποστηρίζοντας ότι η κλιματική πολιτική πρέπει προσωρινά να υποχωρήσει έναντι του κοινωνικού ρεαλισμού. Ο Φοϊχτ αναγνωρίζει ότι ένα τέτοιο μέτρο θα ανοίξει δημοσιονομική «τρύπα» δισεκατομμυρίων, ωστόσο προτείνει κάλυψη της απώλειας εσόδων μέσω περικοπών σε άλλες δαπάνες και ανακατανομής πόρων, ώστε να αποφευχθεί η επιβολή νέων φόρων.
Το επιχείρημά του είναι πολιτικό όσο και οικονομικό: εάν η κυβέρνηση επιμείνει σε μια αυστηρή, ακριβή ενεργειακή και κλιματική ατζέντα, κινδυνεύει να τροφοδοτήσει περαιτέρω την οργή των νοικοκυριών και να ενισχύσει τα κόμματα στα άκρα του πολιτικού φάσματος. «Ο πραγματισμός πρέπει να προηγηθεί της ιδεολογίας», είναι το μήνυμα που στέλνει προς το Βερολίνο, προειδοποιώντας για το πολιτικό κόστος μιας αντίληψης που αγνοεί τις αντοχές της κοινωνίας.
Τραμπ, Στενό του Ορμούζ και γερμανικά διλήμματα ασφαλείας
Παράλληλα, η ενεργειακή συζήτηση διασταυρώνεται με τις γεωπολιτικές πιέσεις. Ο Ντόναλντ Τραμπ ζητά από τους συμμάχους να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για τη στρατιωτική προστασία του Στενού του Ορμούζ, κρίσιμης πύλης για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου. Ο αναλυτής Χανς φον ντερ Μπούρχαρντ επισημαίνει ότι ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ κρατά αποστάσεις από τις αμερικανικές απαιτήσεις, φοβούμενος εμπλοκή σε κλιμάκωση που θα μπορούσε να φθάσει έως και σε ανάπτυξη αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν.
Για το Βερολίνο, το δίλημμα είναι διπλό: αφενός η ανάγκη διασφάλισης των θαλάσσιων οδών που επηρεάζουν άμεσα τις τιμές ενέργειας, αφετέρου η επιθυμία να αποφευχθεί μια νέα μεγάλη στρατιωτική περιπέτεια στη Μέση Ανατολή. Σε αυτό το πλαίσιο, η γερμανική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ατλαντική αλληλεγγύη, την ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία και τις εσωτερικές κοινωνικές πιέσεις από το αυξανόμενο κόστος ζωής.
Σχόλιο
: Η γερμανική συζήτηση δείχνει πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία μεταξύ πράσινης μετάβασης, κοινωνικής αντοχής και γεωπολιτικής ασφάλειας. Οι επιλογές του Βερολίνου γύρω από τις τιμές καυσίμων και τη στάση στο Στενό του Ορμούζ θα επηρεάσουν όχι μόνο την εγχώρια πολιτική σκηνή, αλλά και τον ευρωπαϊκό διάλογο για το πώς συνδυάζεται η κλιματική φιλοδοξία με την ενεργειακή ασφάλεια και την προστασία του διαθέσιμου εισοδήματος των πολιτών.






