Η γεωπολιτική ασφάλεια μετατρέπεται σε βασικό κίνητρο ακόμη και για εύπορα κράτη που εξετάζουν την ένταξη στην ΕΕ. Παράλληλα, η Ένωση αναζητεί τρόπους περιορισμού της επιρροής ηγετών όπως ο Βίκτορ Όρμπαν.
Για περίπου δύο δεκαετίες, το αφήγημα της ευρωπαϊκής διεύρυνσης ήταν σχεδόν μονοσήμαντο: φτωχότερες χώρες της γειτονιάς της ΕΕ επιδίωκαν την ένταξη για να συγκλίνουν οικονομικά με τον πυρήνα της Ένωσης. Σήμερα, όμως, η εξίσωση αλλάζει. Συγκρούσεις στα σύνορα της Ευρώπης, αβεβαιότητα γύρω από τη συνοχή του ΝΑΤΟ υπό την ηγεσία του Ντόναλντ Τραμπ και η επιθετική στάση της Ρωσίας ωθούν ακόμη και σχετικά εύπορα κράτη να βλέπουν την ΕΕ πρωτίστως ως ασπίδα ασφαλείας.
Από την οικονομική σύγκλιση στη στρατηγική ασφάλεια
Η κλασική λογική της διεύρυνσης –περισσότερη αγορά, περισσότερα διαρθρωτικά κονδύλια, προσέλκυση επενδύσεων– παραμένει, αλλά δεν είναι πλέον το μοναδικό ή κυρίαρχο κίνητρο. Χώρες όπως η Νορβηγία και η Ισλανδία, που ήδη απολαμβάνουν υψηλό βιοτικό επίπεδο και στενή οικονομική διασύνδεση με την ΕΕ, επανεξετάζουν τη σχέση τους με τις Βρυξέλλες υπό το πρίσμα της ασφάλειας και της γεωπολιτικής σταθερότητας.
Η ρωσική επιθετικότητα και ο πόλεμος στην Ουκρανία έδειξαν ότι η ένταξη στην ΕΕ δεν είναι απλώς οικονομικό project, αλλά και πολιτική και θεσμική ομπρέλα απέναντι σε αναθεωρητικές δυνάμεις. Την ίδια στιγμή, η αβεβαιότητα για τη μελλοντική στάση των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, εφόσον ο Ντόναλντ Τραμπ συνεχίσει να αμφισβητεί την αξία της Συμμαχίας, ενισχύει την ανάγκη μιας πιο αυτόνομης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, η πλήρης συμμετοχή στην ΕΕ προσφέρει πρόσβαση σε μηχανισμούς λήψης αποφάσεων, κυρώσεων, αμυντικής συνεργασίας και κοινής διπλωματίας.
Το «ουγγρικό πρόβλημα» και τα όρια της ευρωπαϊκής ανοχής
Ωστόσο, την ώρα που νέες χώρες χτυπούν την πόρτα της Ένωσης, το εσωτερικό της ΕΕ δοκιμάζεται από ηγέτες που αμφισβητούν ανοιχτά τις θεμελιώδεις αρχές της. Η πορεία του Βίκτορ Όρμπαν, από φιλελεύθερος αντιφρονών σε εμβληματική φιγούρα του χώρου MAGA, αναδεικνύει το παράδοξο: ένα κράτος-μέλος που απολαμβάνει τα οφέλη της συμμετοχής, αλλά χρησιμοποιεί την ισχύ του για να μπλοκάρει αποφάσεις και να εκβιάζει πολιτικά την Ένωση.
Το ερώτημα που τίθεται στις Βρυξέλλες είναι ποια εργαλεία διαθέτει η ΕΕ για να περιορίσει την επιρροή ενός ηγέτη που, εφόσον επανεκλεγεί, θα συνεχίσει να αξιοποιεί το δικαίωμα βέτο σε κρίσιμα ζητήματα, από τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας μέχρι τον προϋπολογισμό και τη διεύρυνση. Η ενεργοποίηση του άρθρου 7, η σύνδεση των ευρωπαϊκών κονδυλίων με το κράτος δικαίου και οι άτυπες πολιτικές συμμαχίες είναι μερικές από τις επιλογές, αλλά όλες έχουν κόστος και όρια.
Ρωσικά δίκτυα κατασκοπείας και ευρωπαϊκή ανθεκτικότητα
Παράλληλα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πιο σκιώδη απειλή: τις προσπάθειες της Μόσχας να διεισδύσει σε αντιπολιτευόμενες ομάδες και κοινότητες διαφωνούντων σε ευρωπαϊκό έδαφος. Αποκαλύψεις για επικοινωνίες μεταξύ Ρώσων πρακτόρων και φοιτητών που εκβιάζονται για να κατασκοπεύουν δείχνουν ένα οργανωμένο δίκτυο επιρροής και εκφοβισμού. Αυτές οι πρακτικές υπογραμμίζουν ότι η ασφάλεια της ΕΕ δεν είναι μόνο ζήτημα στρατιωτικών δαπανών ή συνόρων, αλλά και προστασίας της κοινωνίας των πολιτών, των μειονοτήτων και των πολιτικών προσφύγων.
Η εικόνα που αναδύεται είναι μιας Ένωσης που ταυτόχρονα ελκύει νέους υποψήφιους λόγω της ισχύος και της σταθερότητάς της, αλλά και παλεύει να θωρακίσει το εσωτερικό της από αυταρχικές παρεκκλίσεις και ξένες παρεμβάσεις. Για χώρες που σκέφτονται την ένταξη, το μήνυμα είναι διττό: η ΕΕ προσφέρει ασφάλεια και φωνή σε έναν ασταθή κόσμο, αλλά απαιτεί και δέσμευση σε κανόνες που, ακόμη και σήμερα, δοκιμάζονται στην πράξη.
Σχόλιο
: Η μετατόπιση από το οικονομικό στο γεωπολιτικό κίνητρο ένταξης καθιστά τη διεύρυνση εργαλείο ασφάλειας, αλλά αναδεικνύει και την επείγουσα ανάγκη εσωτερικής μεταρρύθμισης της ΕΕ, ώστε να μην μπορεί ένας και μόνο ηγέτης να παραλύει συλλογικές αποφάσεις σε μια περίοδο αυξημένων εξωτερικών απειλών.






