Από τη γραφειοκρατία στην υπεύθυνη δήλωση – Το στοίχημα του 2026 για το κράτος
Το 2026 διαμορφώνεται ως έτος καμπής για τον μετασχηματισμό του ελληνικού Δημοσίου, καθώς η κυβέρνηση προχωρά σε μία από τις πιο ουσιαστικές παρεμβάσεις μείωσης της γραφειοκρατίας των τελευταίων δεκαετιών. Η βασική αλλαγή είναι απλή αλλά δομική: η σταδιακή αντικατάσταση των πιστοποιητικών από υπεύθυνες δηλώσεις, σε συνδυασμό με την πλήρη ψηφιοποίηση των διαδικασιών μέσω της πλατφόρμας gov.gr.
Ήδη, τα πιστοποιητικά γέννησης και οικογενειακής κατάστασης εκδίδονται αυτόματα χωρίς φυσική παρουσία, ενώ το νέο νομοσχέδιο επεκτείνει αυτή τη λογική σε τουλάχιστον 11 ακόμη κατηγορίες εγγράφων. Πρόκειται για μια αλλαγή που δεν αφορά απλώς την ευκολία των πολιτών, αλλά την ίδια τη λειτουργία του κράτους.
Η φιλοσοφία της μεταρρύθμισης βασίζεται στην αρχή ότι το Δημόσιο δεν πρέπει να ζητά από τον πολίτη στοιχεία που ήδη διαθέτει. Αντί για την προληπτική συλλογή εγγράφων, εισάγεται ένα μοντέλο εμπιστοσύνης, όπου η δήλωση του πολίτη ενεργοποιεί τη διοικητική πράξη και ο έλεγχος μεταφέρεται σε δεύτερο χρόνο μέσω διασταυρώσεων.
Η παρέμβαση επικεντρώνεται σε τομείς που για χρόνια αποτελούσαν τον πυρήνα της καθημερινής ταλαιπωρίας. Πιστοποιητικά όπως των εγγυτέρων συγγενών, της ιθαγένειας, οι ληξιαρχικές πράξεις, τα στοιχεία σπουδών, οι φορολογικές και ασφαλιστικές ενημερότητες, τα πιστοποιητικά Κτηματολογίου, στρατολογίας και οχημάτων περνούν πλέον σε φάση κατάργησης ή πλήρους αυτοματοποίησης.
Μέχρι να ολοκληρωθεί η πλήρης διασύνδεση των συστημάτων, η διαδικασία θα βασίζεται σε υπεύθυνη δήλωση του πολίτη, με παράλληλες δικλίδες ασφαλείας. Όσοι έχουν καταδικαστεί για ψευδείς δηλώσεις εξαιρούνται από το νέο καθεστώς, ενώ ο έλεγχος θα πραγματοποιείται μέσω σύνδεσης με το Ποινικό Μητρώο.
Το οικονομικό αποτύπωμα της μεταρρύθμισης είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η εξοικονόμηση από τη μείωση της γραφειοκρατίας μπορεί να φτάσει σε πάνω από 20 εκατομμύρια εργατοώρες ετησίως. Σε όρους κόστους, αυτό μεταφράζεται σε όφελος που υπερβαίνει τα 3 δισ. ευρώ ετησίως για την οικονομία.
Η σύγκριση μεταξύ φυσικής και ψηφιακής συναλλαγής είναι ενδεικτική. Μια παραδοσιακή διαδικασία κοστίζει κατά μέσο όρο 15 έως 20 ευρώ, αν συνυπολογιστούν χρόνος, μετακινήσεις και διοικητικό βάρος. Η αντίστοιχη ψηφιακή διαδικασία κοστίζει μόλις 0,10 ευρώ. Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς τεχνολογική, αλλά παραγωγική.
Το ζήτημα της γραφειοκρατίας δεν είναι νέο. Μελέτη του ΟΟΣΑ ήδη από το 2014 είχε καταγράψει διοικητικά βάρη άνω των 3 δισ. ευρώ στην ελληνική οικονομία. Παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών, η διαλειτουργικότητα μεταξύ υπηρεσιών παρέμεινε το τελευταίο μεγάλο εμπόδιο.
Η μεταρρύθμιση επιχειρεί να αντιμετωπίσει ακριβώς αυτό το πρόβλημα. Η πλατφόρμα «Μίτος» καταγράφει ήδη περισσότερες από 4.000 διοικητικές διαδικασίες, εκ των οποίων περίπου 400 έχουν επιλεγεί για άμεση απλοποίηση. Η χρήση τεχνητής νοημοσύνης στην καταγραφή και αναδιάρθρωση των διαδικασιών δημιουργεί για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη εικόνα του διοικητικού βάρους.
Παράλληλα, εισάγονται νέα εργαλεία διαφάνειας και παρακολούθησης. Ο πολίτης θα μπορεί να βλέπει την πορεία της υπόθεσής του, τον αρμόδιο υπάλληλο και τον εκτιμώμενο χρόνο ολοκλήρωσης. Επιπλέον, καθιερώνεται η υποχρεωτική ανάρτηση εγκυκλίων, ενώ τίθεται προθεσμία συμμόρφωσης της διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
Η μεταρρύθμιση επεκτείνεται και στο επιχειρηματικό περιβάλλον, με παρεμβάσεις στις αδειοδοτήσεις της βιομηχανίας και την ευρύτερη απλοποίηση διαδικασιών. Ο στόχος είναι η μείωση του διοικητικού κόστους κατά 25%, κάτι που, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ΣΕΒ, θα μπορούσε να οδηγήσει σε μόνιμη αύξηση του ΑΕΠ κατά περίπου 1,4%.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι αν η κατεύθυνση είναι σωστή. Είναι αν η εφαρμογή θα κινηθεί με την ταχύτητα που απαιτεί η οικονομία. Η Ελλάδα έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να υλοποιήσει ψηφιακές μεταρρυθμίσεις σε σύντομο χρόνο. Το ζητούμενο είναι η μετάβαση από τις πιλοτικές επιτυχίες σε μια πλήρως λειτουργική καθημερινότητα.
SBC Analysis
Η κατάργηση των πιστοποιητικών δεν είναι μια απλή διοικητική βελτίωση. Είναι μια παρέμβαση με άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγικότητα, στο κόστος των επιχειρήσεων και στη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Εάν εφαρμοστεί πλήρως, μπορεί να αποτελέσει έναν από τους σημαντικότερους πολλαπλασιαστές ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.







