Η Αθήνα εντείνει τη διπλωματική και επιχειρησιακή της εγρήγορση, καθώς δεκάδες ελληνόκτητα πλοία βρίσκονται σε ζώνη υψηλού κινδύνου. Η κυβέρνηση ισορροπεί ανάμεσα στην προστασία πληρωμάτων και στη διατήρηση της ροής του παγκόσμιου εμπορίου.
Η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή μεταφέρει το κέντρο βάρους της κρίσης και στην ελληνική ναυτιλία, με την κυβέρνηση να παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο. Ο υφυπουργός Ναυτιλίας Στέφανος Γκίκας, μιλώντας στο ΕΡΤnews, περιέγραψε ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου, όπου η Ελλάδα καλείται να διαχειριστεί ταυτόχρονα ζητήματα ασφάλειας, διεθνούς δικαίου και οικονομικών επιπτώσεων.
Ο ελληνικός στόλος σε ζώνη αστάθειας
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο κ. Γκίκας, στον Περσικό Κόλπο πλέουν αυτή τη στιγμή 35 πλοία με ελληνική σημαία, ενώ στην ευρύτερη περιοχή – Ομάν, Στενά Ορμούζ και Περσικός Κόλπος – βρίσκονται συνολικά 178 πλοία ελληνικών συμφερόντων. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλου αριθμού ελληνόκτητων πλοίων σε μια από τις πιο ευαίσθητες ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη καθιστά τη χώρα άμεσα εκτεθειμένη στις γεωπολιτικές αναταράξεις.
Στα 10 πλοία με ελληνική σημαία που πλέουν εντός του Περσικού Κόλπου υπηρετούν περίπου 90 Έλληνες ναυτικοί, ενώ άλλοι 70 Έλληνες εργάζονται σε ξένα κρουαζιερόπλοια στην περιοχή. Ο υφυπουργός τόνισε ότι «βρισκόμαστε σε συνεχή επαφή με το σύνολο της ναυτιλιακής κοινότητας, εκδίδουμε οδηγίες προς τα πλοία και τις εταιρείες και παρακολουθούμε όλα τα γεγονότα», υπενθυμίζοντας ότι η Ελλάδα, βάσει διεθνούς δικαίου, φέρει ειδική ευθύνη για τα πλοία που φέρουν την ελληνική σημαία.
Η ανησυχία εντείνεται και από το γεγονός ότι, όπως επιβεβαίωσε ο κ. Γκίκας, το Σάββατο σημειώθηκε επίθεση σε ελληνικό πλοίο στο Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα. Το περιστατικό αυτό υπογραμμίζει ότι οι απειλές κατά της εμπορικής ναυτιλίας δεν περιορίζονται στη Μέση Ανατολή, αλλά αποκτούν ευρύτερη γεωγραφική διάσταση.
Διλήμματα ασφάλειας, εργασίας και διεθνούς εμπλοκής
Σε ό,τι αφορά τα πληρώματα, ο υφυπουργός υπενθύμισε ότι οι Έλληνες ναυτικοί εργάζονται με ατομικές συμβάσεις εργασίας. Σε «εξαιρετικές συνθήκες» έχουν δικαίωμα να ζητήσουν αποχώρηση, όμως αυτό συνεπάγεται απώλεια της θέσης τους, γεγονός που εξηγεί γιατί μέχρι στιγμής δεν έχουν κατατεθεί αιτήματα επαναπατρισμού. Το υπουργείο, ωστόσο, διατηρεί ανοικτό δίαυλο με τις διπλωματικές αρχές, ώστε, εφόσον απαιτηθεί, να εφαρμοστεί αντίστοιχο σχέδιο με εκείνο που ενεργοποιήθηκε πρόσφατα για τον επαναπατρισμό περίπου 150 Ελλήνων επιβατών κρουαζιερόπλοιων.
Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί και το ενδεχόμενο στρατιωτικής συνοδείας εμπορικών πλοίων. Ο κ. Γκίκας ξεκαθάρισε ότι «οι συνθήκες δεν επιτρέπουν αυτή τη στιγμή συνοδεία εμπορικών πλοίων από πολεμικά», καθώς καμία χώρα δεν επιθυμεί να εμπλακεί στρατιωτικά. Υπενθύμισε ότι τα Στενά του Ορμούζ έχουν διαφορετικά επιχειρησιακά χαρακτηριστικά από την Ερυθρά Θάλασσα, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να συμμετάσχει μόνο εφόσον το ρίσκο ήταν σαφώς χαμηλότερο.
Ήδη, όπως σημείωσε, μεγάλος αριθμός πλοίων έχει διακόψει τις κινήσεις του στην περιοχή, με άμεσες οικονομικές επιπτώσεις τόσο για τις ναυτιλιακές εταιρείες όσο και για τη ροή του παγκόσμιου εμπορίου και της ενέργειας. Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια λεπτή ισορροπία: να διασφαλίσει την προστασία ζωών και περιουσιών, χωρίς να υπονομεύσει την αξιοπιστία της χώρας ως κορυφαίας ναυτιλιακής δύναμης που στηρίζει καίριες εφοδιαστικές αλυσίδες.
Σχόλιο
: Η κρίση στον Περσικό αναδεικνύει πόσο εκτεθειμένη είναι η Ελλάδα ως ναυτιλιακός γίγαντας σε γεωπολιτικές αναταράξεις που δεν ελέγχει. Η κυβέρνηση σωστά αποφεύγει στρατιωτική εμπλοκή, αλλά οφείλει να προετοιμάσει ρεαλιστικά σενάρια για παρατεταμένη διαταραχή στη ναυτιλία και στο ενεργειακό κόστος, γιατί τα επόμενα βήματα θα κρίνουν όχι μόνο την ασφάλεια των πληρωμάτων, αλλά και την ανθεκτικότητα του ελληνικού οικονομικού μοντέλου.






