Η ΕΣΕΕ περιγράφει μια αγορά σε οριακό σημείο, με συρρικνωμένα περιθώρια κέρδους και κλειστή τραπεζική χρηματοδότηση. Οι έμποροι ζητούν φοροελαφρύνσεις, ρυθμίσεις οφειλών και ουσιαστική πρόσβαση σε δανεισμό.
Μια εικόνα βαθιάς κόπωσης και αυξανόμενης αβεβαιότητας στο ελληνικό λιανεμπόριο περιέγραψε ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ Σταύρος Καφούνης, σημειώνοντας ότι «το 2026 δεν μπήκε με τους καλύτερους οιωνούς, η κρίση έσκασε στα χέρια μας». Παρά την ονομαστική άνοδο του τζίρου σε ορισμένους δείκτες, η πραγματική κερδοφορία παραμένει οριακή, ενώ η πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εμπόδιο για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Οριακή κερδοφορία και πίεση στις μικρές επιχειρήσεις
Σύμφωνα με τα ευρήματα της ετήσιας έκθεσης της ΕΣΕΕ, μόλις 4,1 ευρώ στα 100 ευρώ πωλήσεων αντιστοιχούν σε κέρδος προ φόρων για τις εμπορικές επιχειρήσεις ΑΕ και ΕΠΕ, με το καθαρό κέρδος μετά φόρων να υποχωρεί ακόμη χαμηλότερα. Τα στοιχεία αναδεικνύουν ότι ο πληθωρισμός απορροφά σχεδόν το σύνολο της αύξησης του κύκλου εργασιών, διαβρώνοντας τα περιθώρια κέρδους.
Το εμπόριο παραμένει, παρά ταύτα, βασικός πυλώνας της ελληνικής οικονομίας: είναι ο μεγαλύτερος εργοδότης, με μερίδιο 17,3% στην απασχόληση, και συμβάλλει κατά 11% στο ΑΕΠ. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η Ελλάδα κατατάσσεται 12η ως προς τη συμβολή στον κύκλο εργασιών του λιανεμπορίου μεταξύ 30 χωρών της Ενιαίας Αγοράς. Ωστόσο, τα ποιοτικά δεδομένα είναι ανησυχητικά: τρεις στις τέσσερις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν βλέπουν αύξηση τζίρου, ενώ το 35% των λιανικών επιχειρήσεων καταγράφει μείωση.
Η κατάσταση είναι ακόμη πιο δυσμενής για τις μικρότερες επιχειρήσεις με απλογραφικά βιβλία, που εμφανίζουν πτώση κύκλου εργασιών κατά 3,6%, σε αντίθεση με τις μεγαλύτερες με διπλογραφικά βιβλία, οι οποίες σημειώνουν οριακή άνοδο 2,8%. Ιδιαίτερα υπό πίεση βρίσκεται ο κλάδος ένδυσης και υπόδησης, όπου η μετατόπιση της καταναλωτικής δαπάνης προς αγαθά πρώτης ανάγκης και η άνοδος των ψηφιακών καναλιών πωλήσεων αλλάζουν βίαια τον χάρτη της αγοράς.
Κλειστό τραπεζικό σύστημα και πακέτο αιτημάτων προς την κυβέρνηση
Ο Σταύρος Καφούνης στάθηκε ιδιαίτερα στο τραπεζικό σύστημα, το οποίο, όπως τόνισε, «παραμένει ουσιαστικά κλειστό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις», στερώντας την αναγκαία ρευστότητα για επενδύσεις και ανάπτυξη. «Η αποκατάσταση της πρόσβασης στη χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας», υπογράμμισε, επισημαίνοντας ότι η απάντηση στην αβεβαιότητα δεν μπορεί να είναι η «περιχαράκωση» και ο άκριτος προστατευτισμός, αλλά στοχευμένα εργαλεία αντιμετώπισης πραγματικών κινδύνων.
Η ΕΣΕΕ καταθέτει ένα ευρύ πακέτο αιτημάτων προς την κυβέρνηση: μείωση φορολογίας και ασφαλιστικών εισφορών, κατάργηση μνημονιακών επιβαρύνσεων όπως το τέλος επιτηδεύματος και η προκαταβολή φόρου, αποσύνδεση του εμπορίου από το τεκμαρτό εισόδημα και μια γενναία ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών έως 120 δόσεις. Κεντρική απαίτηση αποτελεί η διαμόρφωση ενός τραπεζικού συστήματος πραγματικά ανοιχτού στις ΜμΕ.
Από την πλευρά του, ο γενικός γραμματέας Εμπορίου του Υπουργείου Ανάπτυξης, Ναπολέων Μαραβέγιας, αναγνώρισε τα «πολύ σοβαρά ζητήματα» που αντιμετωπίζει ο κλάδος, σημειώνοντας ότι σε συνεργασία με την Ένωση Τραπεζών εξετάζονται τρόποι επιτάχυνσης διαδικασιών όπως η απόδοση εταιρικών λογαριασμών. Παράλληλα, το υπουργείο επιχειρεί να θέσει όρια στην καταναλωτική πίστη, ώστε να περιοριστούν ανεξέλεγκτες πρακτικές και να διαμορφωθεί σαφές πλαίσιο στις σχέσεις καταναλωτών και επιχειρήσεων.
Καθώς η πασχαλινή περίοδος προσεγγίζει, ο εμπορικός κόσμος δηλώνει «ρεαλιστικά αισιόδοξος», αλλά βαθιά προβληματισμένος. Η επόμενη περίοδος θα αποτελέσει τεστ αντοχής για ένα μοντέλο λιανεμπορίου που πιέζεται ταυτόχρονα από υψηλό κόστος, περιορισμένη ρευστότητα και γρήγορη ψηφιακή μετάβαση.
Σχόλιο
: Η έκθεση της ΕΣΕΕ λειτουργεί ως ψυχρό reality check: πίσω από τους συγκεντρωτικούς δείκτες ανάπτυξης, το λιανεμπόριο –ο μεγαλύτερος εργοδότης της χώρας– κινείται σε καθεστώς χαμηλής κερδοφορίας και πιστωτικής ασφυξίας. Αν δεν υπάρξει συνδυασμός φορολογικών ελαφρύνσεων, ρύθμισης οφειλών και ουσιαστικού ανοίγματος του τραπεζικού συστήματος προς τις ΜμΕ, ο κίνδυνος «σιωπηλής αποεπένδυσης» και λουκέτων στην πραγματική οικονομία θα ενταθεί, με επιπτώσεις στην απασχόληση και στα δημόσια έσοδα.






