Η Σουηδή ποπ δημιουργός Robyn επιστρέφει με νέο άλμπουμ, μετατρέποντας την εμπειρία της εξωσωματικής, της single μητρότητας και της σεξουαλικής αφύπνισης σε πολιτική δήλωση. Παράλληλα αποδομεί τη σεξιστική κουλτούρα της μουσικής βιομηχανίας που τη διαμόρφωσε από τα 14 της.
Η Robyn, μία από τις πιο επιδραστικές μορφές της εναλλακτικής ποπ των τελευταίων δεκαετιών, επιστρέφει μετά από οκτώ χρόνια δισκογραφικής σιωπής με το άλμπουμ «Sexistential». Στα 46 της, η Σουηδή δημιουργός μετατρέπει σε μουσική πρώτη ύλη την απόφασή της να γίνει μητέρα μέσω IVF, να μεγαλώσει μόνη της τον γιο της και να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με το σώμα, το σεξ και την εργασία.
Single μητρότητα, IVF και μια απρόσμενη σεξουαλική ελευθερία
Η Robyn περιγράφει πώς η απόφασή της να αποκτήσει παιδί εκτός «συμβατικού» ετεροφυλόφιλου σχήματος σχέσης γεννήθηκε από τον φόβο επανάληψης οικογενειακών μοτίβων και από την άνιση κατανομή φροντίδας που διαπίστωνε γύρω της. Είχε ήδη καταψύξει ωάρια στα 34 της, όμως η πανδημία την ανάγκασε να ξαναμπεί στη διαδικασία εξωσωματικής, με πολλαπλούς κύκλους και έντονη σωματική και ψυχολογική επιβάρυνση.
Παράλληλα, χρονολογούσε, χρησιμοποιούσε εφαρμογές όπως το Raya και βίωνε, όπως λέει, μια ιδιότυπη σεξουαλική αφύπνιση: όταν η επιλογή της μητρότητας δεν εξαρτάται από τον εκάστοτε σύντροφο, «όταν δεν διακυβεύονται τόσα πολλά, το σεξ γίνεται πιο διασκεδαστικό». Η διάκριση που κάνει ανάμεσα στο «πρότζεκτ σχέση» και στο «πρότζεκτ παιδί» λειτουργεί ως ευθεία κριτική στο παραδοσιακό μοντέλο οικογένειας, χωρίς όμως να καταφεύγει σε εύκολες συνθηματολογίες.
Η ίδια αναγνωρίζει ότι η δυνατότητα IVF είναι προνόμιο – οικονομικό και τεχνολογικό – και ταυτόχρονα κάτι βαθιά υπαρξιακό: θέτει ερωτήματα ταυτότητας, επιθυμίας και ευθύνης, τα οποία μεταφέρει ευθέως στους στίχους της, περιγράφοντας το σώμα της σαν «διαστημόπλοιο με ωοθήκες σε υπερταχύτητα».
Από «Lolita-pop» σε ανεξάρτητο πρότυπο καλλιτέχνη
Υπογεγραμμένη σε δισκογραφία από τα 14 της, η Robyn υπήρξε πρωτότυπο για την εποχή των Britney Spears και Christina Aguilera: ένα έφηβο προϊόν R&B, δομημένο πάνω σε μια βιομηχανία που εμπορευόταν τη νεανική θηλυκότητα με όρους «Λολίτας». Περιγράφει ένα περιβάλλον «αηδιαστικό», όπου ώριμοι άνδρες συζητούσαν το σώμα και τη «νεανικότητά» της σαν εμπορικό asset, χωρίς να υπάρχει ούτε μία γυναικεία φωνή στο τραπέζι. Η άμυνά της ήταν να θωρακιστεί, να κρύψει το σώμα της, να αρνηθεί να «παίξει» με τη δική της σεξουαλικότητα.
Η ρήξη ήρθε όταν τόλμησε να γράψει τραγούδι για άμβλωση στο άλμπουμ «My Truth», το οποίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ στις ΗΠΑ, ενώ η σχέση της με τη δισκογραφική επιδεινώθηκε. Για να απελευθερωθεί από το συμβόλαιό της το 2005, παραιτήθηκε ακόμη και από δικαιώματα. Ανακαλύπτοντας πρόσφατα ότι λάμβανε μόλις 6% royalties – ποσοστό που σήμερα θεωρείται εξωφρενικά χαμηλό – υπογραμμίζει τις δομικές ανισότητες μεταξύ καλλιτεχνών και εταιρειών, παρότι αναγνωρίζει ότι ορισμένα πράγματα έχουν βελτιωθεί.
Η δημιουργία της δικής της εταιρείας, Konichiwa Records, και η πλήρης δημιουργική της αυτονομία (συνθέτει και συμπαράγει σχεδόν όλα τα κομμάτια) την κατέστησαν πρότυπο για μια νέα γενιά καλλιτεχνών που αναζητούν έλεγχο πάνω στο έργο τους. Το νέο άλμπουμ, με κιθαριστικές αναφορές σε Prince και Suicide, επανασυστήνει ακόμη και τον «καρδιοχτυπημένο» χαρακτήρα του «Dancing on My Own» ως δύναμη και όχι ως αδυναμία.
Γήρανση, σεξουαλικότητα και η απόσταση από την εμπορική ποπ
Η Robyn δηλώνει ότι δεν αισθάνεται πως η ηλικία τη δεσμεύει, παρότι αναγνωρίζει την κοινωνική πίεση για «τέλειες» γυναίκες κάθε ηλικίας. Δεν δαιμονοποιεί αισθητικές παρεμβάσεις όπως το botox, αλλά επισημαίνει τον υπαρξιακό φόβο που βιώνουν πολλές γυναίκες άνω των 40, αυτόν της «ερήμου ανδρών» που ενδιαφέρονται πραγματικά για την εμπειρία τους.
Διαχωρίζει ξεκάθαρα τον εαυτό της από το υπερ-εμπορικό στρώμα της ποπ: «Δεν θέλω να ακουστώ σνομπ, αλλά δεν με ενδιαφέρει η εμπορική ποπ κουλτούρα». Αντί να βλέπει τις μεγάλες σταρ ως «συμμαθήτριες», προτιμά ένα δίκτυο καλλιτεχνών στη Σουηδία και στενές, προσωπικές σχέσεις, όπως με την Charli XCX.
Η καθημερινότητά της σήμερα είναι ένας διαρκής ακροβατισμός ανάμεσα στη μητρότητα και την τέχνη: δύο χρόνια πλήρους αφοσίωσης στον γιο της, μια ήρεμη, μικρή οικογενειακή «σφαίρα», και τώρα μια ευρωπαϊκή περιοδεία στην οποία εκείνος θα την ακολουθήσει – με ζώνη ασφαλείας και, όπως λέει με χιούμορ, χωρίς smartphone «ποτέ». Η Robyn εμφανίζεται να έχει αποδεχθεί ότι η πραγματική της «πολιτική» πράξη δεν είναι μόνο οι στίχοι της, αλλά ο τρόπος που επιλέγει να ζει και να εργάζεται.
Σχόλιο
: Η ιστορία της Robyn φωτίζει με σπάνια διαύγεια τη διασταύρωση φύλου, εργασιακής εκμετάλλευσης και αναπαραγωγικής αυτονομίας στη σύγχρονη βιομηχανία θεάματος. Δείχνει πώς μια καλλιτέχνις μπορεί να μετατρέψει το τραύμα – από τα τοξικά πρότυπα της «Lolita-pop» μέχρι τις ανισότητες των δισκογραφικών συμβολαίων – σε διαπραγματευτική ισχύ, ιδιοκτησία του έργου της και προσωπική ελευθερία. Για το ελληνικό κοινό, η αφήγησή της συνομιλεί ευθέως με τις εγχώριες συζητήσεις για δικαιώματα γυναικών, γονεϊκότητα και εργασιακή αξιοπρέπεια στις δημιουργικές βιομηχανίες.






