Η έγκριση του εξοπλιστικού πακέτου 5 δισ. ευρώ για την «Ασπίδα του Αχιλλέα» σηματοδοτεί αναβάθμιση της ελληνικής αεράμυνας. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει πολιτικές τριβές στο εσωτερικό και νέα γεωπολιτική στόχευση.
Η Ελλάδα εισέρχεται σε μια νέα φάση αμυντικού σχεδιασμού με την έγκριση, από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, του εξοπλιστικού προγράμματος ύψους 5 δισ. ευρώ που συγκροτεί την αποκαλούμενη «Ασπίδα του Αχιλλέα». Σε μια περίοδο διαρκούς γεωπολιτικής αστάθειας, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει έναν πολυεπίπεδο «θόλο προστασίας» έναντι αεροσκαφών, drones, πυραύλων και βαλλιστικών απειλών, εντάσσοντας την κίνηση αυτή στον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό της «Ατζέντας 2030».
Το περιεχόμενο του πακέτου και ο ρόλος της εγχώριας βιομηχανίας
Στον πυρήνα του προγράμματος βρίσκεται η δημιουργία υποδομών στην Ανδραβίδα για την επιχειρησιακή ένταξη των μαχητικών F‑35, κίνηση που αναβαθμίζει ποιοτικά τις δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας και επιβεβαιώνει την επιλογή της Αθήνας να ενισχύσει τη διαλειτουργικότητα με το ΝΑΤΟ. Παράλληλα, προβλέπεται η αναβάθμιση περίπου 40 F‑16 Block 50 σε επίπεδο Viper, με στόχο ο στόλος των F‑16 Viper να ξεπεράσει τα 100 αεροσκάφη, καθώς και ο εκσυγχρονισμός των φρεγατών τύπου MEKO.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόβλεψη για συμμετοχή ελληνικών εταιρειών κατά τουλάχιστον 25% στην παραγωγή των συγκεκριμένων συστημάτων. Αυτό προσδίδει στο πρόγραμμα χαρακτήρα βιομηχανικής πολιτικής, καθώς δημιουργεί προστιθέμενη αξία για την εγχώρια αμυντική και τεχνολογική βάση, μεταφέροντας τεχνογνωσία και στηρίζοντας θέσεις εργασίας υψηλής εξειδίκευσης. Παράλληλα, τα προγράμματα «Follow On Support» για τα αεροσκάφη διασφαλίζουν τη διαθεσιμότητα των μέσων, μειώνοντας τον κίνδυνο να μετατραπούν οι επενδύσεις σε «στατικό» εξοπλισμό χωρίς επαρκή υποστήριξη.
Πολιτικές τριβές και έλλειμμα συναίνεσης
Παρά το στρατηγικό βάρος του εγχειρήματος, η έγκριση ήρθε μόνο με τις ψήφους της κυβερνητικής πλειοψηφίας. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Νίκη επέλεξαν το «παρών», ΚΚΕ και Πλεύση Ελευθερίας καταψήφισαν, ενώ η Νέα Αριστερά απείχε. Η στάση αυτή ερμηνεύεται από το κυβερνητικό στρατόπεδο ως έλλειμμα υπευθυνότητας σε ένα μείζον ζήτημα εθνικής ασφάλειας, με στελέχη της πλειοψηφίας να υπογραμμίζουν ότι «τα κόμματα της αντιπολίτευσης είναι εκτεθειμένα στον ελληνικό λαό».
Στην πράξη, η απουσία ευρείας διακομματικής συναίνεσης σε ένα τόσο κοστοβόρο αλλά και δομικό πρόγραμμα άμυνας αναδεικνύει τη δυσκολία του πολιτικού συστήματος να χαράξει σταθερή εθνική γραμμή σε βάθος χρόνου. Η κριτική της αντιπολίτευσης, που εστιάζει στο δημοσιονομικό κόστος και στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων, δείχνει ότι οι αμυντικές δαπάνες θα παραμείνουν πεδίο έντονης αντιπαράθεσης.
Σύνδεση με ευρωπαϊκή ατζέντα και Μέση Ανατολή
Σε παράλληλο επίπεδο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προετοιμάζεται για τη Σύνοδο Κορυφής της Πέμπτης στις Βρυξέλλες, όπου οι «27» θα εξετάσουν τις γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η Αθήνα επιδιώκει κοινές ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες στήριξης πολιτών και επιχειρήσεων, με έμφαση στην προστασία από ενδεχόμενη νέα ενεργειακή κρίση και άνοδο του πληθωρισμού, αξιοποιώντας τα «μαθήματα του 2022».
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση ξεκαθαρίζει ότι δεν τίθεται θέμα εμπλοκής της Ελλάδας σε επιχείρηση στα Στενά του Ορμούζ, πέραν της συμμετοχής στην επιχείρηση ASPIDES, που είναι γεωγραφικά περιορισμένη στην Ερυθρά Θάλασσα και στοχεύει αποκλειστικά στη φύλαξη εμπορικών πλοίων. Η διακριτή αυτή γραμμή ισορροπεί ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της ναυσιπλοΐας και στην αποφυγή βαθύτερης εμπλοκής σε μια κλιμακούμενη περιφερειακή σύγκρουση.
Σχόλιο
: Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν είναι απλώς ένα ακόμη εξοπλιστικό πακέτο, αλλά προσπάθεια αλλαγής επιπέδου στην ελληνική αποτροπή, με σαφή βιομηχανική διάσταση. Η έλλειψη συναίνεσης όμως αφήνει ανοιχτό το ερώτημα αν η στρατηγική αυτή θα αντέξει πολιτικούς κύκλους και δημοσιονομικές πιέσεις, ειδικά αν η κρίση στη Μέση Ανατολή επιδεινώσει το ενεργειακό και πληθωριστικό περιβάλλον.






