Η τρέχουσα ενεργειακή κρίση λειτουργεί ως επιταχυντής για τον μετασχηματισμό της αγοράς ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY Ανδρέας Σιάμισιης αναδεικνύει τις προϋποθέσεις βιώσιμων επενδύσεων και ανθεκτικότητας.
Η ενεργειακή κρίση που βιώνει η Ευρώπη δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα διαταραχή στην αγορά, αλλά παράγοντα που αναγκάζει θεσμούς και επιχειρήσεις να επανασχεδιάσουν εκ βάθρων το ενεργειακό μοντέλο. Μιλώντας στο συνέδριο «Greek Energy: The New Era» που διοργάνωσε το Bloomberg στην Αθήνα, ο διευθύνων σύμβουλος της HELLENiQ ENERGY, Ανδρέας Σιάμισιης, υπογράμμισε ότι η κρίση επιταχύνει τον μετασχηματισμό της αγοράς ενέργειας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά ταυτόχρονα αποκαλύπτει τις δομικές της αντιφάσεις.
Το τρίλημμα: βιωσιμότητα, ασφάλεια, προσιτές τιμές
Ο Σιάμισιης επισήμανε ότι, παρά την έντονη στροφή προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, περίπου το 50% των ενεργειακών αναγκών εξακολουθεί να καλύπτεται από υδρογονάνθρακες. Αυτό καθιστά τη μετάβαση πολύπλοκη: η Ευρώπη προσπαθεί ταυτόχρονα να πετύχει κλιματική ουδετερότητα, ασφάλεια εφοδιασμού και προσιτές τιμές για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Κατά τον επικεφαλής της HELLENiQ ENERGY, η ΕΕ δεν έχει ακόμη βρει το θεσμικό και ρυθμιστικό εκείνο πλαίσιο που θα επιτρέπει στις εταιρείες να επενδύουν με αυτοπεποίθηση στη μετάβαση, χωρίς να υπονομεύουν την οικονομική τους βιωσιμότητα. Η ενεργειακή μετάβαση, όπως τόνισε, «δεν βασίζεται σε μία μόνο λύση», αλλά απαιτεί στρατηγικές επενδύσεις με μακροπρόθεσμη ορατότητα, ισορροπία μεταξύ βιωσιμότητας, ασφάλειας και τιμής, καθώς και ενίσχυση της ευελιξίας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Γεωπολιτική αστάθεια και διαρκής μεταβλητότητα στο πετρέλαιο
Ο Σιάμισιης υπενθύμισε ότι τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια οι παγκόσμιες αγορές ενέργειας έχουν κλονιστεί επανειλημμένα από κρίσεις σε Λιβύη, Ιράκ, Ιράν, Ρωσία, αλλά και από διαταραχές σε καίριες θαλάσσιες οδούς, όπως η Διώρυγα του Σουέζ. Το αποτέλεσμα ήταν μεγαλύτερες διαδρομές μεταφοράς, υψηλότερο κόστος logistics και αυξημένη αστάθεια στις τιμές του αργού.
Η μεταβλητότητα στη διεθνή αγορά πετρελαίου, σημείωσε, είναι μακροχρόνιο φαινόμενο. Οι επαναλαμβανόμενες κρίσεις έχουν διδάξει στον κλάδο ότι πρέπει να λειτουργεί υπό συνθήκες μόνιμης αβεβαιότητας. Σε αυτό το περιβάλλον, «η διαθεσιμότητα εναλλακτικών επιλογών, η ευελιξία, η προσαρμοστικότητα και η ικανότητα γρήγορης αντίδρασης» δεν αποτελούν πλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, αλλά θεμελιώδη προϋπόθεση ανθεκτικότητας.
Η Ελλάδα ως περιφερειακός κόμβος και το στοίχημα των υποδομών
Κεντρικό στοιχείο της παρέμβασής του ήταν η ανάγκη ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγής ενέργειας. Αυτό, κατά τον Σιάμισιη, περνά τόσο από την επιτάχυνση επενδύσεων σε ΑΠΕ, όσο και από την εξερεύνηση πιθανών εθνικών πόρων, όπως οι υδρογονάνθρακες, θέση που –όπως υπενθύμισε– έχει διατυπωθεί και σε υψηλό πολιτικό επίπεδο.
Ο CEO της HELLENiQ ENERGY επανέλαβε ότι η Ελλάδα εξελίσσεται σε περιφερειακό ενεργειακό κόμβο, με το LNG να καλύπτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος της προσφοράς στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η αυξανόμενη ζήτηση και η εντατικοποίηση της εμπορικής δραστηριότητας δημιουργούν ανάγκη για νέες και επεκταμένες υποδομές, από τερματικούς σταθμούς LNG μέχρι δίκτυα και αποθήκευση.
Ωστόσο, προειδοποίησε ότι οι επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές είναι ιδιαίτερα κεφαλαιουχικές και μακροπρόθεσμες. Απαιτούν μεγάλο χρόνο κατασκευής και ωρίμανσης, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την ορθή εκτίμηση της μελλοντικής ζήτησης και της σταθερότητας της αγοράς. «Η βιωσιμότητα αυτών των επενδύσεων εξαρτάται από τη μακροπρόθεσμη ζήτηση και τη σταθερότητα της αγοράς», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Σχόλιο
: Η τοποθέτηση Σιάμισιη αποτυπώνει το νέο ρεαλισμό της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής: η κλιματική φιλοδοξία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την ασφάλεια εφοδιασμού και τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεων. Για την Ελλάδα, ο διπλός ρόλος ως κόμβου LNG και πιθανού παραγωγού υδρογονανθράκων δημιουργεί ευκαιρίες, αλλά και τον κίνδυνο ακριβών υποδομών που μπορεί να βρεθούν αντιμέτωπες με μεταβαλλόμενη ζήτηση. Το κρίσιμο ζητούμενο είναι συνεκτή στρατηγική που θα ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο «εγκαταλελειμμένων» επενδύσεων, ενώ θα διασφαλίζει ότι η ενεργειακή μετάβαση παραμένει οικονομικά και κοινωνικά ανεκτή.






