Η βρετανική κυβέρνηση καλείται να επιλέξει νέο πρόεδρο της Ofcom σε μια στιγμή που η GB News κατηγορείται ότι διαβρώνει την αρχή της τηλεοπτικής αμεροληψίας. Η απόφαση θα αποκαλύψει αν το Λονδίνο θέλει πραγματική ρύθμιση ή συνέχιση της ανοχής προς ένα κανάλι που λειτουργεί ως φωνή της σκληρής δεξιάς.
Η επιλογή του νέου προέδρου της βρετανικής ρυθμιστικής αρχής επικοινωνιών Ofcom εξελίσσεται σε κεντρικό πολιτικό τεστ για την κυβέρνηση των Εργατικών. Στην καρδιά της διαμάχης βρίσκεται η κατηγορία ότι η GB News έχει μετατραπεί σε άτυπο κανάλι του κόμματος Reform UK, παραβιάζοντας το πνεύμα – αν όχι και το γράμμα – των κανόνων αμεροληψίας που διέπουν την τηλεοπτική ενημέρωση στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Δύο υποψήφιοι, δύο διαφορετικές λογικές ρύθμισης
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, δύο πρόσωπα διεκδικούν την προεδρία της Ofcom. Από τη μία, ο Συντηρητικός βουλευτής Τζέρεμι Ράιτ, πρώην γενικός εισαγγελέας και για σύντομο διάστημα υπουργός Ψηφιακής Πολιτικής, Πολιτισμού, ΜΜΕ και Αθλητισμού. Είχε συντάξει το λευκό βιβλίο για τους «online harms» και έχει υποστηρίξει αυστηρότερη εφαρμογή του σχετικού νόμου από την Ofcom. Θεωρείται θεσμικός, αλλά εντός του παραδοσιακού συντηρητικού πλαισίου.
Απέναντί του, η πρώην πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσίων Λογαριασμών της Βουλής, Μάργκαρετ Χοτζ, γνωστή για τις σκληρές ανακρίσεις απέναντι σε πολυεθνικούς κολοσσούς όπως η Amazon και η Google για φοροαποφυγή και κατάχρηση ισχύος. Η Χοτζ έχει χτίσει προφίλ πολιτικού που δεν διστάζει να συγκρουστεί με ισχυρά συμφέροντα και να στηλιτεύσει την αδράνεια των ρυθμιστικών αρχών και της εφορίας.
Η επιλογή μεταξύ Ράιτ και Χοτζ δεν είναι τεχνοκρατική λεπτομέρεια, αλλά πολιτικό σήμα: θα συνεχίσει η Ofcom να λειτουργεί χαμηλών τόνων ή θα αποκτήσει ηγεσία διατεθειμένη να συγκρουστεί με ισχυρούς παίκτες της αγοράς και των media;
GB News, αμφισβητούμενη αμεροληψία και αποτυχημένη εποπτεία
Κεντρικό διακύβευμα είναι η στάση της Ofcom απέναντι στην GB News. Το κανάλι, με πρόσωπα όπως ο Νάιτζελ Φάρατζ και μια σειρά σχολιαστών της σκληρής δεξιάς, κατηγορείται ότι λειτουργεί ως προπαγανδιστικός βραχίονας, με επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις κανόνων ακρίβειας και ισορροπίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η συνέντευξη της Μπεβ Τέρνερ στον Ντόναλντ Τραμπ, όπου δεν αμφισβητήθηκαν καθόλου ψευδείς ισχυρισμοί του για την κλιματική αλλαγή και την ενέργεια στην Κίνα, αλλά αντίθετα ο πρώην πρόεδρος αποθεώθηκε με εκφράσεις όπως «ρίξατε βόμβες αλήθειας στον ΟΗΕ».
Έρευνα 20μελούς ομάδας έμπειρων δημοσιογράφων, υπό τον Άλαν Ράσμπριτζερ, βαθμολόγησε τη συμμόρφωση της GB News με τον κώδικα της Ofcom μόλις με 1,5 στα 5. Παρ’ όλα αυτά, η ρυθμιστική αρχή απάντησε σε καταγγελίες ότι η κάλυψη βρισκόταν «εντός των προσδοκιών του κοινού» για εκπομπή επικαιρότητας, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις για την επιείκειά της.
Η παραμόρφωση του βρετανικού μιντιακού τοπίου
Ο νόμος περί αμεροληψίας στην τηλεόραση θεσπίστηκε ήδη από το 1954, ώστε η εμπορική τηλεόραση να μην ακολουθήσει το μονομερώς δεξιό πρότυπο του βρετανικού Τύπου. Σήμερα, τρεις όμιλοι – DMG Media, News UK και Reach – ελέγχουν περίπου το 90% της κυκλοφορίας των εθνικών εφημερίδων. Η ύπαρξη αυστηρά ρυθμισμένων, ουδέτερων ραδιοτηλεοπτικών μέσων, με προεξάρχον το BBC, θεωρούνταν ο βασικός θεσμικός αντίβαρος.
Η αποτυχία της Ofcom να εμποδίσει την «Foxοποίηση» της GB News εγείρει ερωτήματα για το κατά πόσο η Βρετανία προστατεύει ακόμη την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Η εμπειρία του Brexit – με τη συμμαχία δεξιών μίντια και πολιτικών τυχοδιωκτών – χρησιμοποιείται ως παράδειγμα του πώς ένα στρεβλό μιντιακό οικοσύστημα μπορεί να οδηγήσει σε αποφάσεις με βαρύ οικονομικό κόστος, όπως η απώλεια δεκάδων δισ. λιρών ετησίως από το ΑΕΠ.
Για τους επικριτές, η κυβέρνηση έχει τώρα την ευκαιρία να διορίσει μια ηγεσία στην Ofcom που θα εφαρμόσει όχι μόνο το γράμμα αλλά και το πνεύμα της νομοθεσίας, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη ότι οι ρυθμιστικές αρχές δεν λειτουργούν ως θεατές απέναντι σε ένα ολοένα και πιο πολωμένο μιντιακό τοπίο.
Σχόλιο
: Η βρετανική συζήτηση για την Ofcom είναι προειδοποίηση και για άλλες ευρωπαϊκές χώρες: χωρίς ισχυρές, πραγματικά ανεξάρτητες ρυθμιστικές αρχές, οι κανόνες αμεροληψίας μένουν κενό γράμμα και τα «νέα» κανάλια γνώμης μπορούν να μετατραπούν σε πολιτικά όπλα με σημαντικές δημοκρατικές και οικονομικές συνέπειες.






