Ο δημόσιος λόγος ενοχοποιεί μονοδιάστατα τα social media για την ψυχική υγεία των νεαρών γυναικών. Όμως τα βαθύτερα αίτια είναι πολύ πιο σύνθετα.
Το αφήγημα ότι «το ίντερνετ κατέστρεψε τον εγκέφαλο» της γενιάς Z κυριαρχεί πλέον στον δημόσιο διάλογο, ειδικά όταν πρόκειται για νεαρές γυναίκες. Βιβλία, αρθρογράφοι και ειδικοί περιγράφουν μια ολόκληρη γενιά ως παθητικό θύμα της τεχνολογίας και των social media. Όμως αυτή η μονοδιάστατη ερμηνεία όχι μόνο δεν αποτυπώνει την πραγματικότητα, αλλά κινδυνεύει να γίνει η ίδια μέρος του προβλήματος.
Η εύκολη δαιμονοποίηση της τεχνολογίας
Αφορμή για τη συζήτηση αποτελεί το βιβλίο «Girls®» της 26χρονης Freya India, που επιχειρεί να εξηγήσει την κρίση ψυχικής υγείας των νεαρών γυναικών σχεδόν αποκλειστικά μέσω της επίδρασης των social media. Το έργο περιγράφει μια γενιά που «σπατάλησε την παιδική της ηλικία κυνηγώντας κάτι ανύπαρκτο», που «κατέστρεψε την αγάπη για τον εαυτό της» και που είναι «ματαιόδοξη και ανασφαλής» λόγω της ψηφιακής κουλτούρας.
Η κεντρική ιδέα: οι μεγάλες πλατφόρμες εκμεταλλεύονται τις ανασφάλειες των χρηστών, οδηγώντας σε εθισμό και επιδείνωση της ψυχικής υγείας. Αν και πολλές διαπιστώσεις είναι ακριβείς, η γενίκευση ότι η κρίση εξηγείται σχεδόν αποκλειστικά από το ίντερνετ αγνοεί κρίσιμες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Επιπλέον, παρουσιάζει τους νέους ως ανίσχυρους, χωρίς πραγματική δυνατότητα επιλογής ή αντίστασης.
Απώλεια αυτονομίας, όχι μόνο ψηφιακή τοξικότητα
Τα δεδομένα δείχνουν ότι η επιδείνωση της ψυχικής υγείας των νέων ξεκινά ήδη από τη δεκαετία του 1980, πολύ πριν την έκρηξη των social media. Παράλληλα, έρευνες καταγράφουν δραματική μείωση της παιδικής ανεξαρτησίας: λιγότερα παιδιά παίζουν μόνα τους έξω, λιγότερα κινούνται χωρίς επίβλεψη, ενώ η γονεϊκή επιτήρηση –φυσική ή ψηφιακή– έχει ενταθεί.
Αυτή η πραγματικότητα υπονομεύει την ανάπτυξη εσωτερικού αισθήματος ελέγχου («internal locus of control»), δηλαδή της πεποίθησης ότι οι προσωπικές επιλογές επηρεάζουν τον κόσμο γύρω μας. Αντίθετα, ενισχύεται η αίσθηση ότι «όλα καθορίζονται απ’ έξω» – κάτι που συνδέεται με υψηλότερα επίπεδα άγχους και κατάθλιψης. Όταν ο δημόσιος λόγος επαναλαμβάνει ότι οι «ευαίσθητοι γυναικείοι εγκέφαλοι» είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στα social media, εμπεδώνει ακριβώς αυτή την αίσθηση ανημπόριας.
Οικονομική ανασφάλεια και αφήγημα καταστροφής
Πέρα από την ψυχολογία, η υλική πραγματικότητα των νέων είναι επιβαρυμένη: δυσκολία οικονομικής αυτονόμησης, αβέβαιη αγορά εργασίας, ακριβή στέγη. Η απώλεια υλικής ανεξαρτησίας λειτουργεί ως βαριά δομική πίεση. Αν σε αυτό προστεθεί ένας δημόσιος λόγος που εστιάζει σχεδόν αποκλειστικά στην «ψηφιακή καταστροφή», τότε η μεγάλη εικόνα της κοινωνικοοικονομικής κρίσης χάνεται πίσω από μερικά «καμένα δέντρα» – λίγες, έστω σοβαρές, παρενέργειες της τεχνολογίας.
Επιπλέον, οι μελέτες δείχνουν ότι δεν είναι η ίδια η χρήση των social media που οδηγεί απαραίτητα σε μοναξιά ή ψυχική επιβάρυνση, αλλά ο παθητικός τρόπος χρήσης. Η αυτονομία και η ενεργητική συμμετοχή φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η δαιμονοποίηση της τεχνολογίας, αντί να ενδυναμώνει, συχνά αφαιρεί από τους νέους το αίσθημα ότι μπορούν να διαμορφώσουν μια πιο υγιή σχέση με τα ψηφιακά εργαλεία.
Χρειάζεται ενδυνάμωση, όχι καταστροφολογία
Η εμπειρική εικόνα είναι πολύ πιο σύνθετη: υπάρχουν νέες γυναίκες που περνούν πολλές ώρες στο TikTok και παραμένουν δημιουργικές και ισορροπημένες, όπως και άλλες με σοβαρή κατάθλιψη που δεν είχαν ποτέ λογαριασμό σε social media. Η σχέση με τις πλατφόρμες μπορεί να είναι δυναμική – με περιόδους αποχής, επανόδου και αναπροσαρμογής – χωρίς αυτό να σημαίνει καταστροφή.
Η συστηματική απαρίθμηση διαδικτυακών τραυμάτων μπορεί να ενημερώνει, αλλά σπάνια ενδυναμώνει. Αντιθέτως, η «βιομηχανία της καταστροφολογίας» γύρω από τη Gen Z φαίνεται να πουλάει καλά, τροφοδοτώντας έναν κερδοφόρο κύκλο φόβου. Μια πιο χρήσιμη προσέγγιση θα ήταν μια κριτική, αλλά όχι ηθικολογική, στάση απέναντι στο ίντερνετ, με έμφαση στην ενίσχυση της αυτονομίας, της κριτικής σκέψης και των υλικών προϋποθέσεων ζωής των νέων.
Σχόλιο
: Η δημόσια συζήτηση για την ψυχική υγεία της Gen Z συχνά λειτουργεί ως βολικός αποπροσανατολισμός από τις πραγματικές δομικές αιτίες: εργασιακή επισφάλεια, στεγαστική κρίση, περιορισμένη παιδική αυτονομία και συστηματική επιτήρηση. Η δαιμονοποίηση των social media χωρίς παράλληλη ανάλυση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών καταλήγει να ενοχοποιεί τα ίδια τα θύματα και να παράγει μια νέα αγορά «σωτήρων» και εγχειριδίων αυτοβελτίωσης. Η ουσιαστική πολιτική και κοινωνική απάντηση δεν είναι η απαγόρευση ή ο πανικός, αλλά η ενδυνάμωση των νέων ως ενεργών υποκειμένων, ικανών να χρησιμοποιούν την τεχνολογία με όρους δικούς τους – και όχι των πλατφορμών.






