Η κλιμάκωση της βίας κατά του Ιράν αποκαλύπτει μια νέα, απροκάλυπτα κυνική αμερικανική στρατηγική. Ο Ντόναλντ Τραμπ εγκαταλείπει κάθε ηθικό μανδύα, επιλέγοντας γυμνή ισχύ σε μια φάση ήδη ορατής παρακμής της αμερικανικής ηγεμονίας.
Η σημερινή αμερικανική πολιτική υπό τον Ντόναλντ Τραμπ, ειδικά στο Ιράν, σηματοδοτεί μια τομή: η Ουάσινγκτον δεν προσπαθεί πλέον καν να ντύσει την ισχύ της με ηθικό ή ιδεολογικό μανδύα. Οι δηλώσεις του προέδρου για το Ιράν ως «έθνος τρόμου και μίσους», οι απειλές για «Θάνατο, Φωτιά και Οργή» και οι αναφορές σε καταστροφή υποδομών ώστε η χώρα «να μην μπορεί ποτέ να ξαναχτιστεί ως Έθνος», παραπέμπουν περισσότερο σε ρητορική τιμωρητικού αποικιοκρατικού πολέμου παρά σε λόγο μιας δύναμης που διεκδικεί ηγετικό ρόλο σε μια διεθνή τάξη.
Από τον ηθικό μανδύα στην ωμή επιβολή
Ο αρθρογράφος επισημαίνει ότι, ιστορικά, οι ΗΠΑ συνδύαζαν την ωμή ισχύ με ένα αφήγημα ηθικής ανωτερότητας. Από τον Ρόναλντ Ρίγκαν, που μιλούσε για «φάρο ελευθερίας», έως τον Τζορτζ Μπους τον νεότερο, που παρουσίαζε τη δημοκρατία ως «έμφυτη ελπίδα της ανθρωπότητας», η Ουάσινγκτον αναζητούσε διαρκώς ηθική νομιμοποίηση. Αυτές οι αφηγήσεις συχνά συγκάλυπταν πραξικοπήματα, στήριξη δικτατοριών, πολέμους όπως στο Βιετνάμ ή βασανιστήρια στο Αμπού Γκράιμπ. Παρ’ όλα αυτά, λειτουργούσαν ως «μαγνητικός πόλος» για κοινωνίες που έβλεπαν στις ΗΠΑ έναν, έστω ατελή, υπερασπιστή ελευθεριών.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, πρωτοβουλίες όπως το Σχέδιο Μάρσαλ, τα προγράμματα της USAID, η δράση του National Endowment for Democracy και η ήπια ισχύς μέσω ΜΜΕ (Voice of America, Radio Free Europe) συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός φιλοαμερικανικού κλίματος, ακόμη κι αν εξυπηρετούσαν σαφώς γεωπολιτικούς και οικονομικούς στόχους. Αυτή η αρχιτεκτονική «ήπιας ηγεμονίας» υπονομεύεται σήμερα, εν μέρει και από τις επιλογές Τραμπ, ο οποίος υποβάθμισε ή προσπάθησε να αποδυναμώσει τέτοιους θεσμούς.
Η στρατηγική της παρακμής και η επιστροφή στον γκανγκστερισμό
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Τραμπ δεν αγνοεί την παρακμή της αμερικανικής ισχύος· την αποδέχεται και απαντά με κλιμάκωση της βίας. Η μεταψυχροπολεμική περίοδος, με την αλαζονεία της «μοναδικής υπερδύναμης», οδήγησε σε οικονομική κρίση, πολεμικά αδιέξοδα σε Ιράκ, Αφγανιστάν και Λιβύη και μετατόπιση ισχύος προς την Κίνα και άλλους παίκτες. Αντί για αναπροσαρμογή, ο Τραμπ υιοθετεί τη λογική ότι μόνο η ωμή ισχύς μπορεί να ανακόψει την πτώση.
Το παράδειγμα της Βενεζουέλας, όπου ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε να «διαχειρίζεται» τα έσοδα από το πετρέλαιο και να απειλεί τη νέα ηγεσία με «δεύτερο πλήγμα» αν δεν «συμμορφωθεί», παρουσιάζεται ως μίξη γκανγκστερισμού και παλαιού αποικιοκρατικού ύφους. Αντίστοιχα, στο Ιράν, η δολοφονία του ανώτατου ηγέτη και η απειλή συντριπτικής καταστροφής υποδομών δείχνουν μια στρατηγική επιλεκτικής, αλλά ακραίας βίας, χωρίς μέριμνα για διεθνή συναίνεση ή σταθερότητα.
Η στήριξη των ΗΠΑ σε συμμάχους, όπως το Ισραήλ, ακόμη και όταν κατηγορούνται για μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, διαβρώνει περαιτέρω την όποια ηθική νομιμοποίηση της Ουάσινγκτον. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον σχολιαστή, δεν είναι ανανέωση της αμερικανικής ισχύος αλλά επιτάχυνση της φθοράς της, με ενίσχυση του αντιαμερικανισμού και απομάκρυνση ακόμη και παραδοσιακών συμμάχων.
Το συμπέρασμα είναι ότι η «δοξασία Τραμπ» μπορεί να αποφέρει αποσπασματικές νίκες, αλλά δεν μπορεί να συγκροτήσει διαρκή ηγεμονία. Μια δύναμη που στηρίζεται αποκλειστικά στο «πιστόλι στο τραπέζι» έχει, αναπόφευκτα, περιορισμένη διάρκεια ζωής ως παγκόσμιος ηγέτης.
Σχόλιο
: Η ανάλυση φωτίζει το θεμελιώδες ρήγμα της εποχής Τραμπ: η Ουάσινγκτον παύει να επενδύει σε θεσμούς, συμμαχίες και ήπια ισχύ και επιστρέφει σε ένα ωμό, συναλλακτικό δόγμα ισχύος. Για την Ευρώπη και χώρες όπως η Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν πλέον να θεωρούν δεδομένο έναν «προβλέψιμο» αμερικανικό ηγεμόνα, αλλά έναν παίκτη που λειτουργεί ολοένα περισσότερο ως τακτικός εκβιαστής παρά ως αρχιτέκτονας τάξης – με σημαντικές συνέπειες για την ασφάλεια, την ενέργεια και τη γεωπολιτική ισορροπία στην ευρύτερη περιοχή.






