Οι επικρίσεις του Ντόναλντ Τραμπ προς τον Κιρ Στάρμερ αποκαλύπτουν βαθιές διαφωνίες για την στρατηγική στο Ιράν. Το Λονδίνο επιμένει ότι η επιχειρησιακή συνεργασία με την Ουάσιγκτον παραμένει αμετάβλητη.
Η ένταση στις διατλαντικές σχέσεις επανέρχεται στο προσκήνιο, καθώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε δημοσίως την ποιότητα της σχέσης με το Ηνωμένο Βασίλειο, κατηγορώντας τον πρωθυπουργό Σερ Κιρ Στάρμερ ότι «δεν ήταν βοηθητικός» στο ζήτημα των επιθέσεων κατά του Ιράν. Το Λονδίνο, ωστόσο, επιχειρεί να υποβαθμίσει το ρήγμα, διαβεβαιώνοντας ότι σε επιχειρησιακό επίπεδο η συνεργασία παραμένει στενή.
Διαφωνία για τη χρήση βρετανικών βάσεων και τις επιθέσεις στο Ιράν
Αφορμή για την κλιμάκωση αποτέλεσε η απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης να μην επιτρέψει αρχικά τη χρήση βρετανικών βάσεων για το πρώτο κύμα κοινών αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων κατά του Ιράν, τα οποία οδήγησαν στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλων κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος. Ο Στάρμερ εξήγησε στη Βουλή των Κοινοτήτων ότι το Λονδίνο «δεν πιστεύει στην αλλαγή καθεστώτος από τον αέρα» και ότι κάθε βρετανική συμμετοχή πρέπει να στηρίζεται σε σαφή νόμιμη βάση και σε ρεαλιστικό πολιτικό σχέδιο, επικαλούμενος ρητά τα «μαθήματα του Ιράκ».
Μετά τις ιρανικές αντεπιθέσεις με πυραύλους και drones σε στόχους σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, μεταξύ των οποίων και βρετανικά συμφέροντα, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου επέτρεψε εκ νέου τη χρήση των βάσεων για «αμυντικά» πλήγματα. Ωστόσο, η αρχική άρνηση θεωρήθηκε στον Λευκό Οίκο ως ένδειξη αποστασιοποίησης, με τον Τραμπ να δηλώνει ότι η σχέση είναι «προφανώς όχι αυτή που ήταν» και ότι ζει σε «έναν διαφορετικό κόσμο» σε σχέση με το παρελθόν των δύο χωρών.
Πολιτικές πιέσεις στο Λονδίνο και όρια της ειδικής σχέσης
Ο Ντάρεν Τζόουνς, υφυπουργός και στενός συνεργάτης του Στάρμερ, υποστήριξε ότι «επιχειρησιακά» η σχέση με τις ΗΠΑ παραμένει «η ίδια», επισημαίνοντας τη συνεχιζόμενη παρουσία βρετανικών μαχητικών στην περιοχή, τη συνεργασία σε πληροφορίες και το εμπόριο. Απέφυγε όμως να σχολιάσει τη νομιμότητα των αμερικανικών επιθέσεων, παραπέμποντας στις ίδιες τις ΗΠΑ και στα διεθνή δικαστήρια που εκείνες αναγνωρίζουν.
Στο εσωτερικό, ο Στάρμερ βρίσκεται υπό πίεση, καθώς έχει ήδη υποστεί εκλογικό πλήγμα με την απώλεια συμπληρωματικής εκλογής στο Μεγαλύτερο Μάντσεστερ προς όφελος των Πρασίνων, ενώ δέχεται κατηγορίες ότι «χαϊδεύει» μουσουλμανικές ψήφους – κατηγορία την οποία ο Τραμπ άφησε να αιωρείται, λέγοντας πως «θα μπορούσε να ισχύει». Παρ’ όλα αυτά, ο Βρετανός πρωθυπουργός επιμένει ότι καθοδηγείται από το «εθνικό συμφέρον» και όχι από μικροπολιτικούς υπολογισμούς.
Το επεισόδιο αναδεικνύει τα όρια της λεγόμενης «ειδικής σχέσης» Λονδίνου–Ουάσιγκτον: η στενή στρατιωτική και πληροφοριακή συνεργασία συνυπάρχει με αυξανόμενες διαφορές στρατηγικής και νομιμοποίησης στη Μέση Ανατολή, ειδικά όταν οι μνήμες του Ιράκ παραμένουν νωπές στην βρετανική κοινή γνώμη.
Σχόλιο
: Η σύγκρουση Τραμπ–Στάρμερ δεν σηματοδοτεί ρήξη αλλά επαναδιαπραγμάτευση ρόλων: το Λονδίνο επιχειρεί να χαράξει πιο αυτόνομη, νομικά θωρακισμένη γραμμή, χωρίς όμως να διακινδυνεύει την επιχειρησιακή εξάρτηση από τις ΗΠΑ. Για την Ευρώπη, η υπόθεση λειτουργεί ως προειδοποίηση ότι η στρατηγική αυτονομία παραμένει ζητούμενο, ενώ για αγορές ενέργειας και ναυτιλία η κλιμάκωση στο Ιράν αυξάνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο στην περιοχή του Περσικού Κόλπου.






