Η συζήτηση στο Λονδίνο για τον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν έχει μετατραπεί σε εσωτερικό εμφύλιο για το τι σημαίνει «κύρος» και «συμμαχική αξιοπιστία». Στο στόχαστρο βρίσκεται ο Κιρ Στάρμερ, επειδή δεν ευθυγραμμίστηκε άμεσα με τις πιο επιθετικές απαιτήσεις του Ντόναλντ Τραμπ.
Η κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν έχει ανοίξει στο Λονδίνο ένα μέτωπο όχι μόνο διπλωματικό, αλλά βαθιά πολιτικό. Το επίκεντρο της διαμάχης είναι ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ και η αρχική του άρνηση να επιτρέψει τη χρήση βρετανικών βάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν, κίνηση που εξόργισε τον Ντόναλντ Τραμπ και τους Βρετανούς «γεράκια».
Η πίεση Τραμπ και η βρετανική πολιτική σκηνή
Ο Τραμπ επέκρινε δημόσια τον Στάρμερ, δηλώνοντας περιφρονητικά ότι «δεν έχουμε να κάνουμε με τον Ουίνστον Τσόρτσιλ», επιχειρώντας να τον εμφανίσει ως ηγέτη χωρίς ιστορικό ανάστημα. Ωστόσο, πρώην ανώτατος διοικητής του ΝΑΤΟ χαρακτήρισε την αμερικανική ηγεσία «gung-ho τρελούς» χωρίς σαφές σχέδιο για το πώς θα λήξει ο πόλεμος, υπονοώντας ότι η βρετανική επιφυλακτικότητα έχει σοβαρή στρατιωτική λογική.
Η πολιτική τάξη στο Γουεστμίνστερ, ιδίως από τη συντηρητική αντιπολίτευση, αντιμετωπίζει το ζήτημα σχεδόν ως αγώνα «κοινωνικού στάτους»: φόβος ότι η Βρετανία θα θεωρηθεί δευτερεύων παίκτης αν δεν είναι ο αυτόματος, πρόθυμος εταίρος της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ. Η υπουργός και αρχηγός των Συντηρητικών Κέμι Μπάντενοκ κατήγγειλε το γεγονός ότι χώρες όπως το Μπαχρέιν και το Κουβέιτ επικρίνουν το Λονδίνο, επιχειρώντας να μετατρέψει τις αντιδράσεις αυταρχικών καθεστώτων σε επιχείρημα υπέρ μεγαλύτερης βρετανικής εμπλοκής.
Δημόσια γνώμη, Φάρατζ και το αφήγημα του «κύρους»
Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι η κοινωνία κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση. Δημοσκοπήσεις καταγράφουν σαφή πλειοψηφία Βρετανών που αντιτίθενται στις αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις κατά του Ιράν, με περίπου 49% κατά και 28% υπέρ. Παρ’ όλα αυτά, ο Νάιτζελ Φάρατζ, ο οποίος έχει οικοδομήσει την πολιτική του καριέρα πάνω στην επίκληση της «φωνής του λαού», δήλωσε τώρα ότι «δεν ακολουθεί τη δημόσια γνώμη», αποκαλύπτοντας το όριο του λαϊκισμού όταν συγκρούεται με στρατηγικές προτιμήσεις και προσωπικές σχέσεις με τον Λευκό Οίκο.
Το επιχείρημα περί «βρετανικού κύρους» λειτουργεί έτσι ως μοχλός για να δικαιολογηθεί μια εμπλοκή σε πόλεμο με αβέβαιο τέλος. Η εύστοχη αναλογία που προκύπτει από την κριτική είναι ότι πολλοί στο Λονδίνο αντιμετωπίζουν την εξωτερική πολιτική σαν παιδική χαζομάρα στην αυλή του σχολείου: είναι καλύτερο να «πηδήξεις από τον γκρεμό» επειδή το ζήτησαν οι ισχυροί της παρέας, παρά να κατηγορηθείς ότι δεν έχεις «φήμη».
Ο ρόλος Νετανιάχου και η αμερικανική στάση
Αποκαλυπτική ήταν και η δήλωση του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο ότι οι ΗΠΑ συμμετείχαν στους βομβαρδισμούς επειδή το Ισραήλ τους ενημέρωσε πως θα χτυπήσει ούτως ή άλλως. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας Ουάσιγκτον που «σέρνεται» σε πόλεμο από το Τελ Αβίβ, με τον Μπενιαμίν Νετανιάχου να φέρεται να χρησιμοποιεί τη σύγκρουση ως μέσο παράτασης της πολιτικής του επιβίωσης και αποφυγής της δικαστικής του περιπέτειας.
Η απαίτηση Τραμπ να δοθεί άμεση χάρη στον Νετανιάχου από το Ισραήλ φωτίζει ακόμη πιο κυνικά τη διαπλοκή προσωπικών συμφερόντων και πολεμικών αποφάσεων. Η ιδέα ότι ο πόλεμος ίσως μπορούσε να είχε αποφευχθεί με μια πολιτική λύση στο νομικό αδιέξοδο του Ισραηλινού πρωθυπουργού, υπογραμμίζει πόσο εύθραυστο είναι το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνονται αποφάσεις ζωής και θανάτου για ολόκληρη την περιοχή.
Σχόλιο
: Η βρετανική συζήτηση για το αν η χώρα πρέπει να είναι «λαγός» σε έναν πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν αγγίζει έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό προβληματισμό: μέχρι πού η «αξιοπιστία» απέναντι σε συμμάχους υπερισχύει της ψύχραιμης στρατηγικής αξιολόγησης και της λαϊκής βούλησης. Για χώρες όπως η Ελλάδα, που επίσης φιλοξενούν βάσεις και βρίσκονται σε εύθραυστη γειτονιά, η βρετανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση για το κόστος του αυτοματισμού στις συμμαχικές δεσμεύσεις και για την ανάγκη θεσμικών φραγμών απέναντι σε προσωπικές ατζέντες ηγετών.
#ΗΠΑ #Βρετανία #Ιράν #Ισραήλ #Τραμπ #Στάρμερ #Νετανιάχου #Πόλεμος






