Η Ουάσιγκτον φαίνεται να υιοθετεί μια στρατηγική υψηλού ρίσκου στον πόλεμο με το Ιράν, με βασική λογική ότι η κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων μπορεί να οδηγήσει τελικά σε ταχύτερη αποκλιμάκωση.
Τη γραμμή αυτή διατύπωσε ξεκάθαρα ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, Scott Bessent, υποστηρίζοντας ότι «σε ορισμένες περιπτώσεις πρέπει να κλιμακώσεις για να αποκλιμακώσεις», επιχειρώντας να γεφυρώσει τα αντικρουόμενα μηνύματα της αμερικανικής πολιτικής.
Από τη μία πλευρά, ο Donald Trump απειλεί με πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές του Ιράν εάν δεν ανοίξει άμεσα το Στενό του Ορμούζ. Από την άλλη, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο τερματισμού της σύγκρουσης, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι των ΗΠΑ βρίσκονται «κοντά στην επίτευξη».
Η διπλή αυτή στρατηγική δεν είναι αντίφαση — είναι δόγμα πίεσης.
Στην πράξη, η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αυξήσει το στρατιωτικό και οικονομικό κόστος για την Τεχεράνη, ώστε να επιταχύνει μια πολιτική λύση με ευνοϊκούς όρους.
Ωστόσο, το κόστος αυτής της στρατηγικής είναι ήδη ορατό.
Η ένταση στο Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου εμπορίου ενέργειας, έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου, μεταφέροντας άμεσα την κρίση στις αγορές και στους καταναλωτές.
Ο ίδιος ο Bessent παραδέχεται ότι η ενεργειακή επιβάρυνση είναι αναπόφευκτη, αλλά τη χαρακτηρίζει «αναγκαίο τίμημα» για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή.
Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η αμφιλεγόμενη απόφαση της αμερικανικής κυβέρνησης να χαλαρώσει προσωρινά κυρώσεις σε ιρανικό και ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται ήδη σε δεξαμενόπλοια.
Η λογική είναι καθαρά τεχνοκρατική: αύξηση της προσφοράς για να περιοριστεί η άνοδος των τιμών.
Όμως η κίνηση αυτή προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς δημιουργεί ένα παράδοξο:
οι ΗΠΑ πολεμούν το Ιράν, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνουν έμμεσα τις εξαγωγές του.
Ο Bessent υπερασπίζεται την επιλογή με όρους αγοράς: εάν το πετρέλαιο πωληθεί ούτως ή άλλως — κυρίως προς την Κίνα — τότε το ζητούμενο είναι να μην εκτοξευτούν οι τιμές σε επίπεδα που θα ενισχύσουν τα έσοδα της Τεχεράνης.
Με απλά λόγια: καλύτερα χαμηλές τιμές με ροή, παρά υψηλές τιμές με κρίση.
Το πρόβλημα είναι ότι η αγορά δεν πείθεται πλήρως.
Η αβεβαιότητα για τη διάρκεια της σύγκρουσης παραμένει υψηλή, ενώ η έλλειψη σαφούς χρονοδιαγράμματος εντείνει την ανησυχία. Ο ίδιος ο Αμερικανός ΥΠΟΙΚ αποφεύγει να δεσμευτεί, μιλώντας για ένα χρονικό ορίζοντα που μπορεί να κυμαίνεται από εβδομάδες έως και μήνες.
Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η αύξηση των τιμών καυσίμων μετατρέπεται ήδη σε πολιτικό ρίσκο, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Την ίδια στιγμή, παρεμβάσεις όπως αυτή του Reza Pahlavi αναδεικνύουν μια διαφορετική διάσταση της κρίσης, με εκκλήσεις να αποφευχθούν πλήγματα σε πολιτικές υποδομές που θα επηρεάσουν τον άμαχο πληθυσμό.
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι σαφής:
η στρατηγική «escalate to de-escalate» μπορεί να λειτουργήσει μόνο αν υπάρχει σαφές σημείο εξόδου.
Και αυτό, προς το παρόν, δεν υπάρχει.
SBC Analysis
Η Ουάσιγκτον παίζει ένα επικίνδυνο παιχνίδι ισορροπίας.
Αυξάνει την πίεση για να τελειώσει τον πόλεμο γρήγορα.
Αλλά όσο δεν υπάρχει exit strategy, κάθε κλιμάκωση αυξάνει την πιθανότητα ανεξέλεγκτης έκρηξης.
Το ρίσκο δεν είναι η σύγκρουση.
Είναι η διάρκεια χωρίς σχέδιο.







