Μια σειρά δημοσκοπήσεων δείχνει ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών διαφωνεί με τις στρατιωτικές επιθέσεις της κυβέρνησης Τραμπ στο Ιράν. Η έλλειψη λαϊκής στήριξης περιπλέκει τον πολιτικό υπολογισμό ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει σε εκτεταμένα αεροπορικά πλήγματα κατά στόχων στο Ιράν συναντά εμφανή δυσπιστία στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια δέσμη νέων δημοσκοπήσεων, που διεξήχθησαν αμέσως μετά τις επιθέσεις τα ξημερώματα του Σαββάτου, καταγράφει ότι η πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών αντιτίθεται στη στρατιωτική κλιμάκωση.
Δημοσκοπήσεις δείχνουν πλειοψηφική αντίθεση στον πόλεμο
Σύμφωνα με έρευνα της SSRS για το CNN, σχεδόν έξι στους δέκα ερωτηθέντες δήλωσαν ότι διαφωνούν με την απόφαση για στρατιωτική δράση κατά του Ιράν. Αντίστοιχη δημοσκόπηση της ίδιας εταιρείας για την εφημερίδα «Washington Post» βρίσκει το 52% να αποδοκιμάζει τα πλήγματα, έναντι 39% που τα στηρίζει.
Τα στοιχεία αυτά έρχονται να επιβεβαιώσουν προγενέστερη έρευνα της Politico τον Ιανουάριο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ακόμη ζύγιζε διπλωματικές και στρατιωτικές επιλογές. Τότε, σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί είχαν ήδη εκφράσει αντίθεση στο ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης, δείχνοντας ότι η κοινωνική βάση για έναν νέο πόλεμο στη Μέση Ανατολή ήταν εξαρχής εύθραυστη.
Οι στάσεις είναι έντονα πολωμένες κομματικά: οι Δημοκρατικοί σε συντριπτική πλειοψηφία απορρίπτουν την απόφαση Τραμπ, ενώ οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται περισσότερο υποστηρικτικοί, αν και όχι άκριτα.
Εύθραυστη στήριξη των Ρεπουμπλικανών και φόβοι για κλιμάκωση
Δημοσκόπηση της Reuters/Ipsos καταγράφει ότι το 55% των Ρεπουμπλικανών εγκρίνει τα πλήγματα. Ωστόσο, το 42% δηλώνει πως θα ήταν λιγότερο πιθανό να τα στηρίξει εάν οδηγήσουν σε θύματα μεταξύ Αμερικανών στρατιωτών. Η έρευνα ολοκληρώθηκε πριν από την ανακοίνωση των πρώτων αμερικανικών απωλειών στο πεδίο, γεγονός που δυνητικά μπορεί να διαβρώσει περαιτέρω τη στήριξη.
Παράλληλα, η «Washington Post» δείχνει ότι δεν υπάρχει σαφής αντίληψη στους πολίτες για τον πραγματικό στόχο της εκστρατείας. Άλλοι μιλούν για «αλλαγή καθεστώτος», άλλοι για έλεγχο του πετρελαίου ή για σταθεροποίηση της περιοχής. Η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει ότι σκοπός είναι η καταστροφή των συμβατικών και πυρηνικών προγραμμάτων του Ιράν, παρότι ο ίδιος ο πρόεδρος είχε ισχυριστεί πέρυσι ότι οι πυρηνικές δυνατότητες της Τεχεράνης είχαν «πλήρως εξαλειφθεί» μετά από περιορισμένα πλήγματα.
Ο φόβος μακροχρόνιου πολέμου και το κόστος της ενέργειας
Ιδιαίτερα ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο είναι ότι, σύμφωνα με το CNN, η πλειοψηφία των ερωτηθέντων θεωρεί πιθανό έναν μακροχρόνιο στρατιωτικό πόλεμο ΗΠΑ–Ιράν. Οι Δημοκρατικοί αξιοποιούν αυτή την ανησυχία, προωθώντας ψηφίσματα για τον περιορισμό των πολεμικών εξουσιών του προέδρου και προειδοποιώντας για έναν νέο «πόλεμο χωρίς τέλος».
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε σύγκρουση διάρκειας «τέσσερις με πέντε εβδομάδες», προσθέτοντας όμως ότι οι ΗΠΑ έχουν τη δυνατότητα να πολεμήσουν για περισσότερο, εάν χρειαστεί. Τέτοιες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις πρώτες απώλειες, εντείνουν το πολιτικό ρίσκο ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και το οικονομικό κόστος. Η δημοσκόπηση της Reuters/Ipsos δείχνει ότι πάνω από το ένα τρίτο των Ρεπουμπλικανών θα ήταν λιγότερο πρόθυμο να στηρίξει τις επιθέσεις εάν αυξηθούν οι τιμές πετρελαίου και βενζίνης. Αντίστοιχα, έρευνα της Morning Consult καταγράφει ότι το 38% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων προτιμά διπλωματική λύση, εάν ο πόλεμος οδηγήσει σε «σημαντικά υψηλότερες» τιμές καυσίμων.
Ήδη, η αγορά στέλνει προειδοποιητικά σήματα: οι διεθνείς τιμές πετρελαίου εκτινάχθηκαν άνω του 10% μετά τις ιρανικές αντεπιθέσεις σε δεξαμενόπλοια στα Στενά του Ορμούζ, διαύλου από τον οποίο διέρχεται πάνω από το ένα πέμπτο του θαλάσσιου εμπορίου αργού παγκοσμίως.
Σχόλιο
: Η εικόνα που προκύπτει είναι μια προεδρία που ανοίγει μέτωπο υψηλού ρίσκου χωρίς ξεκάθαρη κοινωνική νομιμοποίηση. Η στήριξη είναι μερική, κομματικά χρωματισμένη και εξαιρετικά ευάλωτη σε ανθρώπινες απώλειες και ενεργειακό σοκ. Σε ένα προεκλογικό περιβάλλον όπου η τσέπη του ψηφοφόρου και η κόπωση από ατελείωτους πολέμους κυριαρχούν, ο Λευκός Οίκος κινδυνεύει να πληρώσει βαρύ πολιτικό τίμημα για μια επιλογή που η πλειοψηφία των Αμερικανών δεν επιθυμεί.






