Η Ουάσινγκτον χαλαρώνει προσωρινά τις κυρώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο για να συγκρατήσει τις τιμές, προσφέροντας όμως κρίσιμη ανάσα στη Μόσχα. Η κίνηση προκαλεί πολιτικές τριβές με Ευρώπη και αναθερμαίνει τη ρωσική πολεμική μηχανή μέσω αυξημένων εσόδων.
Η απόφαση των ΗΠΑ να χαλαρώσουν εκ νέου τις κυρώσεις στις εξαγωγές ρωσικού πετρελαίου, με πρόσχημα την αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας εν μέσω της σύγκρουσης με το Ιράν, αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά. Παρά τον χαρακτηρισμό της ως «προσωρινής και στοχευμένης» από τον Αμερικανό υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, η κίνηση συνιστά ουσιαστική οικονομική ανάσα για το Κρεμλίνο σε μια στιγμή που τα έσοδα από ορυκτά καύσιμα είχαν κατρακυλήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από την έναρξη της πλήρους εισβολής στην Ουκρανία.
Πολιτική απόφαση με βαριά γεωοικονομική σκιά
Η νέα εξαίρεση επεκτείνει το προηγούμενο αμερικανικό «παράθυρο» που αφορούσε φορτία ρωσικού πετρελαίου με προορισμό την Ινδία, καλύπτοντας πλέον και άλλα κράτη της Ασίας, υπό την προϋπόθεση ότι το πετρέλαιο έχει φορτωθεί πριν από τις 12 Μαρτίου και πωληθεί έως τις 11 Απριλίου. Τυπικά, πρόκειται για διαχείριση ενός ήδη υπάρχοντος όγκου πετρελαίου που βρίσκεται στη θάλασσα. Ουσιαστικά, όμως, αποκαθιστά μέρος της πρόσβασης της Ρωσίας σε αγορές και τιμές που είχαν αρχίσει να της κλείνουν.
Η αντίδραση στην Ευρώπη ήταν έντονα αρνητική. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς χαρακτήρισε λανθασμένη την αμερικανική επιλογή, ενώ ο Εμανουέλ Μακρόν τόνισε ότι οι υψηλές τιμές πετρελαίου «σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογούν την άρση των κυρώσεων». Η Κομισιόν, μέσω του επιτρόπου Βάλντις Ντομπρόβσκις, προειδοποίησε ότι η χαλάρωση «ενισχύει την ικανότητα της Ρωσίας να διεξάγει πόλεμο».
Από την ασφυξία στην ανακούφιση για τη ρωσική οικονομία
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, οι ρωσικές εξαγωγές αργού και προϊόντων είχαν υποχωρήσει πρόσφατα στα χαμηλότερα επίπεδα τετραετίας, με την παραγωγή και τις εξαγωγές να μειώνονται και τις εκπτώσεις στο ρωσικό πετρέλαιο να διευρύνονται. Η στροφή της Ινδίας μακριά από το ρωσικό πετρέλαιο –με πτώση εισαγωγών κατά περίπου 19% τον Φεβρουάριο– επιδείνωνε την κατάσταση, ενώ οι κυρώσεις σε «σκιώδη» στόλο δεξαμενόπλοιων, καθώς και σε κολοσσούς όπως Lukoil και Rosneft, περιόριζαν περαιτέρω τα κανάλια διάθεσης.
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ, που έχει αφαιρέσει εκτιμώμενα τουλάχιστον 10 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την παγκόσμια αγορά, έφερε όμως ανατροπή. Αναλυτές εκτιμούν ότι η Μόσχα μπορεί να κερδίζει ήδη επιπλέον 150 εκατ. δολάρια ημερησίως λόγω των υψηλότερων τιμών και της χαλάρωσης των κυρώσεων. Συντηρητικές προβλέψεις κάνουν λόγο για πρόσθετα έσοδα 5–10 δισ. δολαρίων τον μήνα, με τιμή πετρελαίου γύρω στα 100 δολάρια το βαρέλι – ποσά που θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω αν οι τιμές κινηθούν προς τα 120 ή 150 δολάρια.
Περιορισμένη επίδραση στις τιμές, μέγιστο όφελος για τη Μόσχα
Παρά τη ρητορική της Ουάσινγκτον περί σταθεροποίησης της αγοράς, ειδικοί επισημαίνουν ότι ο πρόσθετος όγκος ρωσικού πετρελαίου –περίπου 900.000 βαρέλια ημερησίως– δεν αρκεί για να καλύψει το έλλειμμα που προκαλεί η αναστάτωση στα Στενά του Ορμούζ. Συνεπώς, η παγκόσμια αγορά δεν ανακουφίζεται ουσιαστικά, ενώ η Ρωσία αποκομίζει δυσανάλογα οφέλη από τις υψηλές τιμές.
Περαιτέρω ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα η τωρινή εξαίρεση να λειτουργήσει ως προπομπός για ευρύτερη χαλάρωση, π.χ. στην περίπτωση του έργου Arctic LNG-2 ή στην άρση κυρώσεων σε μεγάλες ρωσικές πετρελαϊκές. Τέτοια βήματα θα ενίσχυαν ακόμη περισσότερο τη ρωσική δημοσιονομική αντοχή και, κατ’ επέκταση, τη διάρκεια του πολέμου στην Ουκρανία.
Σχόλιο
: Η αμερικανική κίνηση δείχνει πώς η βραχυπρόθεσμη μάχη κατά του ενεργειακού πληθωρισμού μπορεί να υπονομεύσει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία. Η Ουάσινγκτον επιχειρεί λεπτή ισορροπία μεταξύ τιμών καυσίμων και γεωπολιτικής αξιοπιστίας, αλλά πρακτικά στέλνει σήμα ότι, σε συνθήκες κρίσης, οι κυρώσεις είναι διαπραγματεύσιμες. Για την Ευρώπη –και κατ’ επέκταση για χώρες όπως η Ελλάδα που εξαρτώνται από τις διεθνείς τιμές ενέργειας– αυτό μεταφράζεται σε παρατεταμένη αβεβαιότητα: υψηλές τιμές χωρίς εγγύηση αποτελεσματικών κυρώσεων. Η Μόσχα, αντίθετα, κερδίζει πολύτιμο χρόνο και ρευστότητα για να προσαρμόσει το ενεργειακό της μοντέλο και να θωρακίσει τα δημόσια οικονομικά της απέναντι σε μελλοντικές, ίσως αυστηρότερες, δυτικές αποφάσεις.






