Σε παραίτηση οδηγείται ο διευθύνων σύμβουλος της Air Canada, Μάικλ Ρουσό, μετά την κατακραυγή για αγγλόφωνο μήνυμα συλλυπητηρίων. Η υπόθεση αναζωπυρώνει τη σύγκρουση για το καθεστώς της γαλλικής γλώσσας και την πολιτική ισορροπία στον Καναδά.
Η Air Canada ανακοίνωσε ότι ο διευθύνων σύμβουλός της, Μάικλ Ρουσό, θα αποχωρήσει από τη θέση του, έπειτα από σφοδρές αντιδράσεις που προκάλεσε βιντεοσκοπημένο μήνυμά του σχεδόν αποκλειστικά στα αγγλικά, με αφορμή το θανατηφόρο δυστύχημα με αεροσκάφος της εταιρείας στο αεροδρόμιο ΛαΓκουάρντια της Νέας Υόρκης. Η κρίση, που ξέσπασε λίγες εβδομάδες πριν από κρίσιμες αναπληρωματικές εκλογές, αποκτά σαφείς πολιτικές διαστάσεις στο ήδη ευαίσθητο ζήτημα της γλωσσικής ισορροπίας στον Καναδά.
Η αφορμή: συλλυπητήρια μόνο στα αγγλικά
Μετά τη σύγκρουση αεροσκάφους της Air Canada με πυροσβεστικό όχημα στη ΛαΓκουάρντια, που στοίχισε τη ζωή σε δύο πιλότους της εταιρείας, ο Ρουσό απηύθυνε βιντεοσκοπημένο μήνυμα προς τις οικογένειες των θυμάτων και το επιβατικό κοινό. Παρότι ένας από τους νεκρούς πιλότους καταγόταν από το γαλλόφωνο Κεμπέκ, ο επικεφαλής της εθνικής αεροπορικής εταιρείας μίλησε σχεδόν αποκλειστικά στα αγγλικά.
Η παράλειψη θεωρήθηκε προσβλητική για τη γαλλόφωνη κοινότητα και προκάλεσε άμεση πολιτική αντίδραση. Ο πρωθυπουργός Μαρκ Κάρνεϊ μίλησε για «έλλειψη κρίσης» και «έλλειψη συμπόνιας», υπενθυμίζοντας ότι ο Καναδάς είναι επίσημα δίγλωσση χώρα και ότι εταιρείες όπως η Air Canada έχουν ιδιαίτερη ευθύνη να επικοινωνούν πάντα και στις δύο επίσημες γλώσσες.
Υπό την πίεση των αντιδράσεων και ανανεωμένων αιτημάτων για παραίτηση, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι ο Ρουσό θα αποσυρθεί σύντομα και ότι ο διάδοχός του θα πρέπει να διαθέτει «ικανότητα επικοινωνίας στα γαλλικά».
Γλωσσική πολιτική, ταυτότητα και εκλογικός υπολογισμός
Η υπόθεση Ρουσό δεν είναι η πρώτη σύγκρουση γύρω από τη γαλλική γλώσσα στον Καναδά, αλλά έρχεται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη συγκυρία. Περίπου 8 εκατομμύρια πολίτες –περί το 22% του πληθυσμού– έχουν ως μητρική γλώσσα τα γαλλικά, με επίκεντρο την επαρχία του Κεμπέκ. Η Air Canada, αν και ιδιωτικοποιήθηκε το 1988, παραμένει ισχυρό σύμβολο εθνικής ταυτότητας, καθώς δημιουργήθηκε με δημόσιους πόρους και από το Κοινοβούλιο θεωρείται ότι οφείλει να ενσαρκώνει τον δίγλωσσο χαρακτήρα της χώρας.
Ο Κάρνεϊ, που εξελέγη με κεντρική υπόσχεση την προστασία της γαλλικής γλώσσας και των εθνικών συμβόλων απέναντι στις πιέσεις αμερικανικής επιρροής, έχει σήμερα μια εύθραυστη κοινοβουλευτική πλειοψηφία: οι Φιλελεύθεροί του υπολείπονται δύο εδρών για την απόλυτη πλειοψηφία. Τρεις επικείμενες αναπληρωματικές εκλογές –δύο στο Τορόντο και μία στην περιοχή Τερμπούν, προάστιο του Μόντρεαλ κοντά στην έδρα της Air Canada– θα κρίνουν εάν η κυβέρνηση θα σταθεροποιηθεί για τα επόμενα τρία χρόνια.
Οι δύο έδρες στο Τορόντο θεωρούνται ασφαλείς για τους Φιλελεύθερους. Αντίθετα, η έδρα στην Τερμπούν, την οποία κέρδισαν οριακά με μία μόλις ψήφο στις τελευταίες εκλογές, βρίσκεται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης με το Μπλοκ Κεμπεκουά, το οποίο κατηγορεί διαχρονικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ότι υπονομεύει τη γαλλική ταυτότητα.
Η Air Canada ως πεδίο σύγκρουσης πολιτικής και εταιρικής ευθύνης
Η υποχρέωση της Air Canada να παρέχει υπηρεσίες και στις δύο επίσημες γλώσσες είναι νομικά κατοχυρωμένη. Ωστόσο, η επιλογή ενός CEO χωρίς επαρκή γνώση γαλλικών είχε ήδη προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στο παρελθόν, με διαδηλώσεις έξω από τα κεντρικά της εταιρείας στο Μόντρεαλ. Το πρόσφατο «γαλλικό κενό» στο μήνυμα για ένα θανατηφόρο δυστύχημα λειτούργησε ως καταλύτης, φέρνοντας στην επιφάνεια βαθύτερες ανασφάλειες για τη θέση της γαλλικής γλώσσας, αλλά και για το κατά πόσο οι εθνικοί θεσμοί και οι πρώην δημόσιες επιχειρήσεις αντανακλούν πράγματι την πολιτισμική πολυμορφία της χώρας.
Ο Κάρνεϊ χαρακτήρισε «ουσιώδες» ο επόμενος CEO της Air Canada να είναι πλήρως δίγλωσσος, αναγνωρίζοντας πάντως ότι ο Ρουσό υπήρξε «αποτελεσματικός διαχειριστής» της εταιρείας. Η φράση του όμως ότι «η ηγεσία συνεπάγεται πολλές ευθύνες» συμπυκνώνει το νέο πλαίσιο: η γλωσσική επάρκεια δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως τυπικό προσόν, αλλά ως κεντρικό στοιχείο νομιμοποίησης για όποιον ηγείται ενός εθνικού συμβόλου σε μια πολυγλωσσική δημοκρατία.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Air Canada δείχνει πόσο εύκολα μια «λεπτομέρεια» γλώσσας μετατρέπεται σε βαρόμετρο πολιτικής νομιμοποίησης, ειδικά όταν συμπυκνώνει μακρόχρονες ταυτοτικές εντάσεις. Για τις διοικήσεις μεγάλων εταιρειών –και ιδίως πρώην κρατικών– η κοινωνική και πολιτισμική ευαισθησία δεν είναι πια επικοινωνιακό συμπλήρωμα, αλλά προϋπόθεση επιβίωσης σε ένα περιβάλλον όπου το brand συνδέεται άμεσα με την εθνική ταυτότητα και την εκλογική γεωγραφία.






