Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ συμπαρασύρει τριετίες, δημόσιους μισθούς και δώρο Πάσχα, αλλά προκαλεί έντονη κριτική από τη ΓΣΕΕ. Το πραγματικό όφελος για τους χαμηλόμισθους περιορίζεται από την ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής.
Η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ μικτά από τον Απρίλιο ενεργοποιεί ένα ντόμινο αλλαγών σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, με άμεσο όφελος για περίπου 575.000 χαμηλόμισθους. Πριν ακόμη δουν τον νέο μισθό στην τσέπη τους, οι εργαζόμενοι θα λάβουν ενισχυμένο δώρο Πάσχα στις 8 Απριλίου, το οποίο, βάσει του νέου κατώτατου, διαμορφώνεται στα 479,1 ευρώ.
Καθαρές αποδοχές, τριετίες και επιπτώσεις στο Δημόσιο
Ο καθαρός μηνιαίος μισθός για τον κατώτατο, μετά την παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών (123 ευρώ) και φόρου μισθωτών υπηρεσιών (25,3 ευρώ), ανέρχεται σε 771,7 ευρώ. Με την επαναφορά των τριετιών από 1/1/2024, οι αποδοχές κλιμακώνονται: με μία τριετία ο μισθός φτάνει τα 1.012 ευρώ, με δύο τα 1.104 ευρώ και με τρεις τα 1.196 ευρώ.
Η αύξηση δεν περιορίζεται στον ιδιωτικό τομέα. Βάσει νόμου, ο εισαγωγικός μισθός στο Δημόσιο για την κατηγορία ΥΕ δεν μπορεί να είναι χαμηλότερος από τον κατώτατο του ιδιωτικού τομέα. Έτσι, η προσαύξηση των 40 ευρώ μεταφέρεται οριζόντια σε όλα τα μισθολογικά κλιμάκια. Ενδεικτικά, υπάλληλος ΔΕ με 30 έτη υπηρεσίας ανεβαίνει από τα 1.310 στα 1.350 ευρώ, ενώ υπάλληλος ΤΕ με ίδια προϋπηρεσία από 1.907 σε 1.947 ευρώ.
Για τους εργαζόμενους που προσλήφθηκαν μετά το 2024, η πρώτη τριετία θα «κτιστεί» την 1/1/2027, με προσαύξηση 10% επί του μισθού. Γενικά, προβλέπεται προσαύξηση 10% ανά τριετία και έως τρεις τριετίες (συνολικά +30% για προϋπηρεσία 9 ετών και άνω). Το «ξεπάγωμα» των τριετιών θα μπορούσε θεωρητικά να ανασταλεί το 2027 αν η ανεργία υπερέβαινε το 10%, σενάριο που σήμερα θεωρείται απομακρυσμένο, καθώς η ανεργία έχει υποχωρήσει κάτω από το 9%.
Κυβερνητική στρατηγική και σκληρή κριτική από ΓΣΕΕ
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η νέα προσαρμογή εντάσσεται σε μια αλληλουχία αυξήσεων που, από το 2019, έχουν οδηγήσει σε σωρευτική ενίσχυση 41,5% στον κατώτατο μισθό. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τονίζει πως η αύξηση στα 920 ευρώ αποτελεί βήμα προς τον στόχο για κατώτατο 950 ευρώ και μέσο μισθό 1.500 ευρώ έως το 2027, υπογραμμίζοντας ότι οι αυξήσεις και οι φοροελαφρύνσεις θα είναι «μόνιμες και επαναλαμβανόμενες».
Στον αντίποδα, η ΓΣΕΕ χαρακτηρίζει την αύξηση των 40 ευρώ «περιορισμένη», επισημαίνοντας ότι δεν αντισταθμίζει τη δραστική μείωση της αγοραστικής δύναμης. Μελέτες του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνουν ότι μεγάλο ποσοστό εργαζομένων δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες, ενώ η Ελλάδα παραμένει χαμηλά στην κατάταξη αγοραστικής δύναμης στην ΕΕ. Το Ινστιτούτο εκτιμά ότι για αξιοπρεπή διαβίωση το 2026 ο κατώτατος θα πρέπει να φτάσει τα 1.052 ευρώ μικτά.
Η Συνομοσπονδία ασκεί θεσμική κριτική στον τρόπο καθορισμού του κατώτατου μισθού, καταδικάζοντας τις μονομερείς κυβερνητικές αποφάσεις και ζητώντας επαναφορά των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων και των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Κατά τη ΓΣΕΕ, η πρόσφατη κοινωνική συμφωνία απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει ουσιαστική συνεννόηση των κοινωνικών εταίρων, εφόσον τους δοθεί πραγματικός ρόλος στη διαμόρφωση της μισθολογικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Η αύξηση στα 920 ευρώ και το ξεπάγωμα των τριετιών βελτιώνουν ονομαστικά τα εισοδήματα, όμως δεν λύνουν το δομικό πρόβλημα της χαμηλής αγοραστικής δύναμης. Η κυβέρνηση επενδύει στο αφήγημα της σταδιακής σύγκλισης με την Ευρώπη, αλλά χωρίς θεσμική ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων και ουσιαστικό έλεγχο της ακρίβειας, ο κατώτατος μισθός κινδυνεύει να παραμείνει εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας παρά πραγματικό δίχτυ προστασίας για τους εργαζόμενους.






