Η αύξηση του κατώτατου στα 920 ευρώ αλλάζει καθαρές αποδοχές, δώρα και τριετίες για άγαμους και έγγαμους μισθωτούς. Ταυτόχρονα αυξάνει αισθητά το μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Από την 1η Απριλίου, περίπου 700.000 μισθωτοί στον ιδιωτικό τομέα αμείβονται με νέο κατώτατο μισθό 920 ευρώ μικτά, που αντιστοιχεί σε καθαρές μηνιαίες αποδοχές 770,97 ευρώ. Η αύξηση αυτή συμπαρασύρει προς τα πάνω τα δώρα και το επίδομα αδείας, ενώ διαφοροποιεί σημαντικά τις απολαβές ανάλογα με την οικογενειακή κατάσταση και τις τριετίες.
Καθαρά ποσά, δώρα και τριετίες για άγαμους και έγγαμους
Με βάση τον νέο κατώτατο, το επίδομα αδείας διαμορφώνεται στα 460 ευρώ μικτά, ενώ το δώρο Χριστουγέννων φθάνει τα 958,33 ευρώ. Το δώρο Πάσχα του 2026, που θα υπολογιστεί πλέον επί των 920 ευρώ, ανέρχεται σε 479,17 ευρώ, με το ποσό να αυξάνεται ανάλογα με τις τριετίες: στα 527 ευρώ για μία τριετία, στα 575 ευρώ για δύο και στα 622,92 ευρώ για τρεις τριετίες.
Για άγαμο εργαζόμενο, το καθαρό ετήσιο εισόδημα με τον νέο κατώτατο φθάνει τις 10.843,15 ευρώ. Με τρεις τριετίες, οι μηνιαίες αποδοχές αυξάνονται σημαντικά, με το σχετικό παράδειγμα να δείχνει καθαρό ποσό 1.348,72 ευρώ, αναδεικνύοντας τη σημασία της προϋπηρεσίας στο συνολικό εισόδημα.
Ο ετήσιος φόρος για άγαμο άνω των 30 ετών διαμορφώνεται στα 364,56 ευρώ. Αντίθετα, οι νέοι έως 25 ετών είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι: με τον μηδενισμό του φόρου για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ, ο καθαρός μισθός τους προσεγγίζει τα 792,40 ευρώ, σχεδόν εξανεμίζοντας τη διαφορά μεταξύ μικτών και καθαρών αποδοχών.
Για τους έγγαμους, οι αποδοχές κινούνται σε υψηλότερα επίπεδα λόγω προσαυξήσεων. Έγγαμος με τρεις τριετίες θα λαμβάνει 1.232 ευρώ μικτά τον μήνα και 18.112,50 ευρώ μικτά ετησίως, επιβεβαιώνοντας ότι ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση πάνω στην οποία «χτίζονται» σημαντικές μισθολογικές διαφορές.
Το βάρος για τις επιχειρήσεις και η πρόκληση της ανταγωνιστικότητας
Η πλευρά του εργοδότη αποτυπώνεται με σαφήνεια στους υπολογισμούς που επεξεργάστηκε ο Γιώργος Θανόπουλος, προϊστάμενος της Μονάδας Έρευνας, Τεκμηρίωσης & Ανάλυσης του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ. Το ετήσιο κόστος για κάθε εργαζόμενο με κατώτατο μισθό 920 ευρώ ανέρχεται σε 15.756,48 ευρώ, που αντιστοιχεί σε 1.313,04 ευρώ τον μήνα σε 12μηνη βάση ή 1.125,46 ευρώ σε 14μηνη βάση. Την ίδια στιγμή, ο εργαζόμενος λαμβάνει καθαρά 770,9 ευρώ τον μήνα.
Η απόσταση μεταξύ κόστους εργασίας και καθαρών αποδοχών αναδεικνύει το βάρος των ασφαλιστικών εισφορών και της φορολογίας, τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζόμενους. Για τις μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, η αύξηση του κατώτατου συνεπάγεται άμεση αύξηση του μισθολογικού κόστους, με πιθανές επιπτώσεις στις προσλήψεις, στις επενδύσεις και στη δυνατότητα αναπροσαρμογής τιμών.
Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση έχει θέσει ως στόχο ο κατώτατος να φθάσει τα 950 ευρώ έως το 2027, κάτι που σημαίνει ότι η συζήτηση για την εξισορρόπηση μεταξύ αξιοπρεπούς μισθού και ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων θα παραμείνει στο επίκεντρο της οικονομικής πολιτικής.
Σχόλιο
: Η νέα αύξηση του κατώτατου βελτιώνει ορατά τα καθαρά εισοδήματα – ιδίως των νέων – αλλά οξύνει το διαχρονικό ελληνικό παράδοξο: υψηλό εργοδοτικό κόστος με σχετικά χαμηλές καθαρές αποδοχές. Χωρίς στοχευμένη μείωση εισφορών και ενίσχυση παραγωγικότητας, ο κίνδυνος είναι η αύξηση μισθών να μεταφραστεί σε πίεση για τις μικρές επιχειρήσεις και σε ανοδικές τιμές, αντί σε ουσιαστική ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης.
#κατώτατος_μισθός #αγορά_εργασίας #φορολογία #ιδιωτικός_τομέας #ΓΣΕΒΕΕ






