Η κλιμάκωση της σύγκρουσης ανάμεσα στο Ιράν, τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ άνοιξε ένα νέο και επικίνδυνο μέτωπο στον Περσικό Κόλπο. Μετά τα αμερικανοϊσραηλινά πλήγματα στο ιρανικό έδαφος, η Τεχεράνη απάντησε με βαλλιστικούς πυραύλους και drones που έπληξαν στόχους σε χώρες του Κόλπου.
Η ιρανική ηγεσία επιχειρεί να παρουσιάσει τις επιθέσεις αυτές ως «νόμιμη αυτοάμυνα». Όμως όταν εξεταστεί το επιχείρημα υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου και της γεωπολιτικής πραγματικότητας, η νομική βάση αποδεικνύεται εξαιρετικά αδύναμη.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο νομικό. Είναι και στρατηγικό.
Οι χώρες του Κόλπου δεν ήταν μέρος της σύγκρουσης
Τα τελευταία χρόνια οι χώρες του Κόλπου είχαν επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στην αποκλιμάκωση των εντάσεων με την Τεχεράνη.
Το Κατάρ είχε αναλάβει ρόλο διαμεσολαβητή στις συνομιλίες για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το Ομάν φιλοξενούσε διακριτικές διπλωματικές επαφές ανάμεσα στην Τεχεράνη και δυτικές κυβερνήσεις. Η Σαουδική Αραβία, μετά από χρόνια αντιπαράθεσης, είχε ανοίξει εκ νέου δίαυλο επικοινωνίας με το Ιράν μέχρι και το 2025.
Με άλλα λόγια, οι περισσότερες χώρες του Κόλπου προσπαθούσαν να λειτουργήσουν ως «βαλβίδα εκτόνωσης» στην περιφερειακή ένταση.
Παρόλα αυτά βρέθηκαν στο στόχαστρο ιρανικών πυραύλων.
Το άρθρο 51 του ΟΗΕ δεν καλύπτει αυτή την περίπτωση
Η Τεχεράνη βασίζει τη νομική της επιχειρηματολογία στο άρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το οποίο επιτρέπει σε ένα κράτος να χρησιμοποιήσει στρατιωτική βία όταν δέχεται ένοπλη επίθεση.
Το διεθνές δίκαιο όμως θέτει αυστηρές προϋποθέσεις για την επίκληση της αυτοάμυνας.
Η νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης έχει καταστήσει σαφές ότι για να ενεργοποιηθεί το δικαίωμα αυτοάμυνας πρέπει να υπάρχει σαφής και άμεση ένοπλη επίθεση. Η απλή παρουσία ξένων στρατιωτικών βάσεων ή στρατευμάτων σε μια χώρα δεν συνιστά τέτοια επίθεση.
Οι αμερικανικές βάσεις στον Περσικό Κόλπο λειτουργούν εδώ και δεκαετίες με τη συγκατάθεση των κυβερνήσεων που τις φιλοξενούν. Η ύπαρξή τους από μόνη της δεν αποτελεί επιθετική πράξη εναντίον του Ιράν.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι το διεθνές δίκαιο απαιτεί η αυτοάμυνα να είναι αναγκαία και αναλογική. Η εκτόξευση πυραύλων σε εδάφη τρίτων κρατών που δεν συμμετέχουν άμεσα στη σύγκρουση δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ούτε αναγκαία ούτε αναλογική.
Η επίκληση της απόφασης 3314 του ΟΗΕ
Το Ιράν επικαλείται επίσης την απόφαση 3314 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, η οποία ορίζει τι θεωρείται «επιθετικότητα».
Σύμφωνα με αυτήν, ένα κράτος μπορεί να θεωρηθεί ότι συμμετέχει σε επιθετική ενέργεια εάν επιτρέψει τη χρήση του εδάφους του για επίθεση εναντίον άλλου κράτους.
Η ερμηνεία αυτή όμως έχει ένα κρίσιμο πρόβλημα.
Η απόφαση 3314 δεν δίνει σε κανένα κράτος το δικαίωμα να προχωρήσει μονομερώς σε στρατιωτική δράση εναντίον άλλου κράτους. Η αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό μιας ενέργειας ως επιθετικής ανήκει αποκλειστικά στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Επιπλέον υπάρχει σαφής νομική διάκριση ανάμεσα στη φιλοξενία στρατιωτικών βάσεων και στην ενεργή συμμετοχή σε επιθετική ενέργεια. Μέχρι στιγμής το Ιράν δεν έχει παρουσιάσει στοιχεία ότι χώρες του Κόλπου συμμετείχαν ενεργά σε επιθέσεις εναντίον του.
Η αρχή της εθνικής κυριαρχίας
Στην επιχειρηματολογία της Τεχεράνης εμφανίζεται επίσης η έννοια της «καλής γειτονίας». Σύμφωνα με αυτή τη λογική, οι χώρες του Κόλπου θα έπρεπε να αρνηθούν τη φιλοξενία αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων.
Το επιχείρημα αυτό όμως έρχεται σε σύγκρουση με μια βασική αρχή του διεθνούς συστήματος: την εθνική κυριαρχία.
Κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να συνάπτει αμυντικές συμφωνίες και στρατηγικές συμμαχίες με όποιον εταίρο επιλέγει. Καμία γειτονική χώρα δεν μπορεί να υπαγορεύσει τις αμυντικές επιλογές μιας άλλης.
Η αντίφαση γίνεται ακόμη πιο εμφανής αν ληφθεί υπόψη ότι το ίδιο το Ιράν διατηρεί στενές στρατιωτικές σχέσεις με τη Ρωσία και την Κίνα, ενώ στηρίζει ένοπλες οργανώσεις σε αρκετές χώρες της Μέσης Ανατολής.
Η στρατηγική του Ιράν δημιουργεί μεγαλύτερη περικύκλωση
Από γεωπολιτική άποψη, η στρατηγική αυτή παράγει ένα παράδοξο αποτέλεσμα.
Αντί να περιορίζει την παρουσία δυτικών στρατιωτικών δυνάμεων στον Περσικό Κόλπο, την ενισχύει.
Η αυξανόμενη επιθετικότητα του Ιράν έχει ήδη οδηγήσει σε:
– ενίσχυση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Μπαχρέιν
– νέα εξοπλιστικά προγράμματα σε χώρες του Κόλπου
– μεγαλύτερη στρατιωτική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες
Με απλά λόγια, η στρατηγική πίεσης της Τεχεράνης δημιουργεί ακριβώς το περιβάλλον ασφάλειας που προσπαθεί να αποτρέψει.
Οι επιθέσεις σε πολιτικούς στόχους
Το πιο αδύναμο σημείο του ιρανικού επιχειρήματος είναι οι στόχοι που επλήγησαν.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες των τελευταίων ημερών, οι επιθέσεις δεν περιορίστηκαν σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Πύραυλοι και drones έπληξαν διεθνή αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικημένες περιοχές.
Τέτοιου είδους στόχοι δεν μπορούν να χαρακτηριστούν στρατιωτικοί.
Στο διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο η διάκριση ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους αποτελεί θεμελιώδη αρχή. Οι επιθέσεις εναντίον υποδομών πολιτικής χρήσης δύσκολα μπορούν να δικαιολογηθούν ως μέρος μιας νόμιμης αμυντικής ενέργειας.
Το πρόβλημα αξιοπιστίας
Τέλος υπάρχει και το ζήτημα της διεθνούς αξιοπιστίας.
Τα τελευταία χρόνια το Ιράν έχει κατηγορηθεί επανειλημμένα για παραβίαση υποχρεώσεων που σχετίζονται με το πυρηνικό του πρόγραμμα, για περιορισμό των επιθεωρήσεων και για αύξηση του επιπέδου εμπλουτισμού ουρανίου.
Όταν ένα κράτος αμφισβητείται ως προς τη συμμόρφωσή του με το διεθνές καθεστώς μη διάδοσης πυρηνικών όπλων, η επίκληση του διεθνούς δικαίου ως ασπίδας αυτοάμυνας γίνεται πολύ πιο δύσκολη.
Όταν η νομική αφήγηση συγκρούεται με την πραγματικότητα
Στη διεθνή πολιτική τα νομικά επιχειρήματα συχνά λειτουργούν ως εργαλεία νομιμοποίησης στρατηγικών επιλογών.
Το πρόβλημα για την Τεχεράνη είναι ότι η πραγματικότητα των επιθέσεων –ιδίως όταν πλήττονται πολιτικοί στόχοι– αποδυναμώνει την ίδια την αφήγηση της αυτοάμυνας.
Οι πύραυλοι που πέφτουν σε αεροδρόμια, ενεργειακές εγκαταστάσεις και κατοικημένες περιοχές δύσκολα μπορούν να παρουσιαστούν ως «νόμιμη άμυνα».
Και όταν το επιχείρημα δεν αντέχει στον έλεγχο της πραγματικότητας, το διεθνές δίκαιο παύει να λειτουργεί ως ασπίδα και μετατρέπεται σε καθρέφτη.







