Ένα νέο φαινόμενο, το «vice‑signalling», μετατρέπει τον ρατσισμό, τον μισογυνισμό και τη ρητορική μίσους σε κεντρικό εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας. Η ανοχή –ή και επιβράβευση– αυτής της τακτικής από κόμματα και ΜΜΕ αλλάζει ριζικά τους κανόνες του δημοκρατικού παιχνιδιού.
Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση, ιδίως στις ΗΠΑ και τη Βρετανία, έχει μεταβληθεί δραματικά. Στη θέση της παλιάς συζήτησης για το «virtue‑signalling» –τη δημόσια επίδειξη προοδευτικών αξιών– αναδύεται ένα πολύ πιο σκοτεινό φαινόμενο: το «vice‑signalling», δηλαδή η σκόπιμη επίδειξη μίσους, προκατάληψης και απανθρωποποίησης ως σήμα «αυθεντικότητας» και πολιτικού θάρρους.
Από τον Τραμπ στον κανονικοποιημένο ρατσισμό
Μια εμβληματική στιγμή στην είσοδο του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρική κούρσα το 2015, ήταν όταν χαρακτήρισε τους μετανάστες από το Μεξικό «εγκληματίες» και «βιαστές» και υποσχέθηκε τείχος στα σύνορα. Αυτή η συνειδητή παραβίαση ταμπού περί ρατσιστικού λόγου δεν ήταν απλώς μια ακραία δήλωση, αλλά ένα σήμα: ο Τραμπ έδειχνε ότι είναι διατεθειμένος να πει όσα «η ελίτ δεν τολμά».
Στο ίδιο μοτίβο εντάσσεται και πρόσφατο βίντεο όπου ο Τραμπ παρουσιάζει τους Μπαράκ και Μισέλ Ομπάμα ως πιθήκους – ένα μοτίβο με βαθύτατα ρατσιστικές ρίζες. Σύμφωνα με τη γλωσσολόγο Ρουθ Βόντακ, αυτή η στρατηγική είναι κλασική για την άκρα δεξιά: διαρκής παραβίαση ταμπού, κλιμάκωση του δημόσιου λόγου και εξασφάλιση μέγιστης προβολής.
Το φαινόμενο δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Η Βόντακ υπενθυμίζει τον Γεργκ Χάιντερ στην Αυστρία τη δεκαετία του 1980, αλλά και τον Σίλβιο Μπερλουσκόνι στην Ιταλία, ο οποίος ακόμη και ως επί δεκαετία πρωθυπουργός συνέχιζε να χρησιμοποιεί ρατσιστικά «αστεία» για τον Ομπάμα. Το «vice‑signalling» δεν σταματά με την κατάκτηση της εξουσίας· συχνά εντείνεται.
Μισογυνισμός, αντισημιτισμός και κατάρρευση του «τείχους ασφαλείας»
Υπάρχει μια τεράστια «αλυσίδα» μισογυνικών σημάτων: από τα σχόλια του Τραμπ για «pussy grabbing», στις επιθέσεις του Τζέι Ντι Βανς κατά «άτεκνων γυναικών με γάτες», μέχρι ρητορικές τύπου Τάκερ Κάρλσον που παρουσιάζουν τους φιλελεύθερους ως «ανυπάκουα κορίτσια» που χρειάζονται «τιμωρία». Παράλληλα, χριστιανοί εθνικιστές επαναφέρουν την ιδέα ψήφου ανά νοικοκυριό, ουσιαστικά αποκλείοντας τις γυναίκες – θέσεις που αναπαράγονται από πολιτικά πρόσωπα όπως ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ.
Στη Βρετανία, ο Νάιτζελ Φάρατζ κατηγορείται για χρήση κλασικών αντισημιτικών κωδικών («εβραϊκό λόμπι», «παγκόσμια κυβέρνηση των globalists»), ενώ επιμένει ότι δεν είναι αντισημίτης. Το ερώτημα που θέτει το άρθρο είναι πώς, παρά αυτό το ιστορικό, διατηρείται μια «χαριτωμένη» δημόσια εικόνα και πρόσβαση σε φιλικά ΜΜΕ.
Κεντρικό σημείο της ανάλυσης είναι ότι έχει καταρρεύσει ο παλιός μηχανισμός απομόνωσης: πολιτικοί όπως ο Μπόρις Τζόνσον, με δηλώσεις για μουσουλμάνες που «μοιάζουν με γραμματοκιβώτια», ή ο Βρετανός βουλευτής Λι Άντερσον, με ισλαμοφοβικά υπονοούμενα κατά του δημάρχου Σαντίκ Καν, υφίστανται περιορισμένο κόστος και βρίσκουν γρήγορα στέγη σε ακόμη πιο δεξιούς σχηματισμούς ή μέσα ενημέρωσης.
Ο ρόλος των ΜΜΕ και η «κόπωση της αγανάκτησης»
Καθοριστική είναι και η μετατόπιση των μέσων ενημέρωσης. Δεξιά έντυπα στη Βρετανία, σύμφωνα με τον πολιτικό επιστήμονα Τιμ Μπέιλ, έχουν «ξεφύγει» σε επίπεδο ρητορικής μίσους, ανταγωνιζόμενα τα κοινωνικά δίκτυα για προσοχή. Τηλεοπτικά δίκτυα όπως το GB News και το TalkTV δημιουργήθηκαν ακριβώς για να φιλοξενούν όσα «δεν επιτρέπονται» στο mainstream.
Έτσι, το «vice‑signalling» διαβρώνει σταδιακά το δημόσιο χώρο. Η Βόντακ μιλά για «Empörung Müdigkeit», κόπωση από τη διαρκή αγανάκτηση. Όταν ρατσιστικές, μισογυνικές ή αντισημιτικές εκφράσεις επαναλαμβάνονται χωρίς συνέπειες, γίνονται μέρος της καθημερινής γλώσσας. Πρόκειται για την «θεωρία των σπασμένων παραθύρων» εφαρμοσμένη στον πολιτικό λόγο: όσο περισσότερο βανδαλίζεται το περιβάλλον, τόσο λιγότερο το προστατεύουμε.
Η κατάληξη είναι μια βαθιά μετατόπιση του «κέντρου βάρους» της δημόσιας συζήτησης. Θέσεις που κάποτε θεωρούνταν ακραίες –στη μετανάστευση, στα δικαιώματα, στην αστυνόμευση– γίνονται πλέον σημείο εκκίνησης ακόμη και για κεντροαριστερές κυβερνήσεις, υπό την πίεση της δεξιάς ρητορικής.
Σχόλιο
: Το «vice‑signalling» δεν είναι απλώς σκληρή ρητορική, αλλά στρατηγική απονομιμοποίησης κανόνων και θεσμών: κάθε σκανδαλώδης δήλωση δοκιμάζει τα όρια, και όταν δεν τιμωρείται, τα μετατοπίζει. Για δημοκρατίες όπως η ελληνική, το δίδαγμα είναι σαφές: η έγκαιρη πολιτική και θεσμική απομόνωση του λόγου μίσους δεν είναι ζήτημα «πολιτικής ορθότητας», αλλά προϋπόθεση επιβίωσης του ίδιου του δημοκρατικού πλαισίου.






