Το Κρεμλίνο αρνείται ότι ο Βλαντίμιρ Πούτιν ζήτησε από τους ισχυρούς επιχειρηματίες να καλύψουν τα αυξανόμενα κόστη του πολέμου στην Ουκρανία. Η διάψευση έρχεται ενώ ο ρωσικός αμυντικός προϋπολογισμός εκτινάσσεται και η Μόσχα σφίγγει τη φορολογική μέγγενη στις επιχειρήσεις.
Το Κρεμλίνο προχώρησε σε κατηγορηματική διάψευση δημοσιευμάτων ότι ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν ζήτησε από τους πλουσιότερους επιχειρηματίες της χώρας να συνεισφέρουν απευθείας στη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία. Οι πληροφορίες αυτές, που προήλθαν από ανεξάρτητα ρωσικά μέσα και δυτικές πηγές, συνέδεαν μια κλειστή συνάντηση του Πούτιν με επιχειρηματίες με προσπάθεια κάλυψης δημοσιονομικών κενών λόγω των εκρηκτικών στρατιωτικών δαπανών.
Η επίσημη γραμμή του Κρεμλίνου
Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου, Ντμίτρι Πεσκόφ, δήλωσε ότι «δεν είναι αλήθεια ότι ο Πούτιν έκανε ένα τέτοιο αίτημα». Όπως μετέδωσε το Reuters, ο Πεσκόφ υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια πρόσφατης συνάντησης με επιχειρηματίες, ένας μόνο συμμετέχων προσφέρθηκε «απολύτως με δική του πρωτοβουλία» να δωρίσει ένα «πολύ μεγάλο ποσό» στο κράτος. «Ήταν απολύτως δική του πρωτοβουλία και όχι του προέδρου Πούτιν, αν και, φυσικά, ο αρχηγός του κράτους χαιρέτισε μια τέτοια κίνηση», πρόσθεσε, επιμένοντας ότι τα χρήματα δεν προορίζονται για τον πόλεμο.
Ο Πεσκόφ άφησε να εννοηθεί ότι πολλοί από τους παρόντες επιχειρηματίες δημιούργησαν τις περιουσίες τους τη δεκαετία του 1990 χάρη στη στενή σχέση τους με το κράτος και ενδεχομένως θεωρούν τώρα «καθήκον» τους να συνεισφέρουν σε αυτό. Η τοποθέτηση αυτή επιχειρεί να πλαισιώσει τις όποιες εισφορές ως εθελοντικές, σε μια προσπάθεια να απομακρυνθεί η εικόνα ενός κράτους που αναζητεί απεγνωσμένα ρευστό για τη συνέχιση της πολεμικής του εκστρατείας.
Κλιμάκωση δαπανών και φορολογική πίεση
Η διάψευση έρχεται σε μια περίοδο που η πίεση στα δημόσια οικονομικά της Ρωσίας αυξάνεται αισθητά. Ο αμυντικός προϋπολογισμός έχει αυξηθεί κατά 42% τον τελευταίο χρόνο, φθάνοντας τα 13,1 τρισ. ρούβλια, δηλαδή περίπου 130 δισ. ευρώ. Η εκτίναξη αυτή αντανακλά το συνεχιζόμενο κόστος της πλήρους κλίμακας εισβολής στην Ουκρανία και επιβάλλει στην κυβέρνηση να αναζητήσει πρόσθετες πηγές εσόδων.
Ο υπουργός Οικονομίας, Μαξίμ Ρεσέτνικοφ, έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση για έναν ακόμη έκτακτο φόρο στα κέρδη, εφόσον το ρούβλι αποδυναμωθεί περαιτέρω. Το 2023 η Μόσχα είχε αντλήσει περίπου 320 δισ. ρούβλια –περί τα 3 δισ. ευρώ– μέσω μιας εφάπαξ επιβάρυνσης στις μεγάλες επιχειρήσεις. Παράλληλα, από τον Ιανουάριο η κυβέρνηση προχώρησε σε αύξηση του ΦΠΑ στο 22%, μέτρο που στοχεύει στην ενίσχυση των φορολογικών εσόδων, αλλά επιβαρύνει την εσωτερική ζήτηση και τον πληθωρισμό.
Πολιτική διαχείριση της εικόνας και προοπτικές
Τα αρχικά δημοσιεύματα, που επικαλέστηκαν ανώνυμες πηγές, ανέφεραν ότι ο Πούτιν είχε καλέσει τους επιχειρηματίες να συμβάλουν στη «στεγανοποίηση» των ολοένα και μεγαλύτερων δημοσιονομικών κενών που δημιουργεί ο πόλεμος, ενώ φέρεται να επανέλαβε την πρόθεσή του να συνεχίσει τις επιχειρήσεις μέχρι την πλήρη κατάληψη του Ντονμπάς. Ανεξάρτητα από το αν υπήρξε ρητό αίτημα, η ουσία παραμένει ότι το Κρεμλίνο μεταφέρει ολοένα μεγαλύτερο βάρος στον ιδιωτικό τομέα, είτε μέσω έκτακτων φόρων είτε μέσω «εθελοντικών» συνεισφορών.
Για τη ρωσική ηγεσία, η διατήρηση της εικόνας δημοσιονομικής αντοχής είναι κρίσιμη, τόσο στο εσωτερικό όσο και προς τους διεθνείς εταίρους που παρακολουθούν τις αντοχές της ρωσικής οικονομίας υπό καθεστώς κυρώσεων. Ωστόσο, η συνεχής αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, η εξάρτηση από υψηλότερους φόρους και η άτυπη κινητοποίηση του μεγάλου κεφαλαίου δείχνουν ότι το κόστος του πολέμου αρχίζει να διαβρώνει σταδιακά τα θεμέλια της ρωσικής οικονομικής σταθερότητας.
Σχόλιο
: Η επιθετική αύξηση των στρατιωτικών δαπανών, οι έκτακτοι φόροι και οι «εθελοντικές» εισφορές συνθέτουν ένα μοντέλο πολεμικής οικονομίας που βαθαίνει την εξάρτηση του ρωσικού ιδιωτικού τομέα από το κράτος. Ακόμη κι αν το Κρεμλίνο διαψεύδει ότι ζητά απευθείας χρηματοδότηση του πολέμου, η πραγματικότητα δείχνει μια σταδιακή, αλλά σαφή, εθνικοποίηση των κερδών υπέρ της πολεμικής προσπάθειας, με σημαντικούς μεσοπρόθεσμους κινδύνους για την ανάπτυξη και την επενδυτική εμπιστοσύνη.






