Με σκληρή γλώσσα ο Αντώνης Σαμαράς κατήγγειλε ότι η ενεργειακή σύμβαση με τη Chevron ανοίγει «κερκόπορτα» για το Τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η κυβέρνηση, μέσω Παύλου Μαρινάκη, απορρίπτει κατηγορηματικά την εκχώρηση κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Σε μετωπική σύγκρουση με το Μέγαρο Μαξίμου προχώρησε από το βήμα της Βουλής ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, με αφορμή το νομοσχέδιο του υπουργείου Ενέργειας για την κύρωση των τεσσάρων ενεργειακών συμφωνιών Ελλάδας – κοινοπραξίας Chevron – Helleniq. Εγκαλώντας προσωπικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη για τη ρητορική περί «επαγγελματιών ανησυχούντων», ο κ. Σαμαράς κατήγγειλε ότι η κυβέρνηση νομοθετεί ρήτρα που προεξοφλεί απομείωση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ νοτίως της Κρήτης.
Η κριτική Σαμαρά: «Κερκόπορτα» για το Τουρκολιβυκό
Ο κ. Σαμαράς επέλεξε να συνδέσει τη συζήτηση για τις ενεργειακές συμφωνίες με το συνολικό δόγμα της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά. Επικεντρώθηκε στην παράγραφο 3 του άρθρου 30, την οποία χαρακτήρισε «απαράδεκτη», υποστηρίζοντας ότι «αναγγέλλει τη δυνητική απομείωση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων» και «ανοίγει την κερκόπορτα για το Τουρκολιβυκό μνημόνιο».
Υπενθύμισε ότι στην προηγούμενη σύμβαση του 2019 με την Total για τα ίδια θαλάσσια οικόπεδα δεν υπήρχε ανάλογη διατύπωση και αναρωτήθηκε «τι άλλαξε από τότε», απαντώντας ο ίδιος πως «το μόνο καινούργιο είναι το παράνομο Τουρκολιβυκό μνημόνιο». Κατά τον πρώην πρωθυπουργό, η αναφορά σε συμφωνία οριοθέτησης ΑΟΖ με «ένα ή περισσότερα γειτονικά κράτη» φωτογραφίζει τη Λιβύη και συνιστά έμμεση αποδοχή μελλοντικής μείωσης της μισθωμένης περιοχής.
Πέραν της νομικής κριτικής, ο κ. Σαμαράς κλιμάκωσε τη ρητορική του στο πολιτικό επίπεδο, απαντώντας στη φράση Μητσοτάκη περί «επαγγελματιών ανησυχούντων». «Δεν υπάρχουν επαγγελματίες ανησυχούντες, ερασιτέχνες εφησυχασμένοι υπάρχουν», τόνισε, υπονοώντας ότι ο ίδιος και ο Κώστας Καραμανλής στοχοποιούνται από «κυβερνητικά μήντια» επειδή εκφράζουν εθνικές επιφυλάξεις. Παρέπεμψε επίσης στο παρελθόν, υπενθυμίζοντας την αντίθεσή του στο σχέδιο Ανάν και τη δική του πρωτοβουλία για τα ενεργειακά τρίγωνα Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και Ελλάδας – Κύπρου – Αιγύπτου.
Στο γεωπολιτικό σκέλος, χαρακτήρισε «επιβεβλημένη» την αποστολή φρεγατών και F-16 στην Κύπρο, αλλά κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι «δεν αντέδρασε στην Κάσο» και ότι απέναντι στην Τουρκία «εκπέμπει θολά και κατευναστικά μηνύματα». Επανέφερε το δόγμα της «Αποτροπής» έναντι της Άγκυρας και προειδοποίησε να μην περιοριστούν οι κινήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο σε «χειρονομίες εντυπωσιασμού».
Η κυβερνητική απάντηση και οι εσωτερικές ισορροπίες
Η απάντηση ήρθε άμεσα από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, ο οποίος, αν και τόνισε ότι «δεν συνηθίζει να απαντά σε πρώην πρωθυπουργό», χαρακτήρισε «λυπηρές και ανακριβείς» τις αιτιάσεις περί εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων. Υπογράμμισε ότι η συμφωνία με τη Chevron είναι στρατηγικής σημασίας για τη χώρα και ότι, ειδικά στα ζητήματα άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, «ακόμα και οι πιο σφοδροί πολέμιοι» αναγνωρίζουν πως έχουν γίνει κινήσεις που δεν είχαν γίνει επί δεκαετίες.
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει την ένταση στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας για τον χειρισμό των ελληνοτουρκικών και της ενεργειακής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τις συμβάσεις ως εργαλείο ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας και της γεωπολιτικής θέσης της Ελλάδας, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θίγονται κυριαρχικά δικαιώματα. Αντίθετα, ο κ. Σαμαράς βλέπει σε συγκεκριμένες νομικές διατυπώσεις εν δυνάμει προσαρμογή σε μελλοντικές διευθετήσεις με τρίτα κράτη, υπό τη σκιά του Τουρκολιβυκού μνημονίου.
Πέρα από το νομικό περιεχόμενο, η σύγκρουση έχει σαφές πολιτικό υπόβαθρο: ο πρώην πρωθυπουργός εμφανίζεται ως εκφραστής μιας περισσότερο «μαξιμαλιστικής» γραμμής στα εθνικά θέματα, ενώ το Μέγαρο Μαξίμου υπερασπίζεται μια πιο πραγματιστική προσέγγιση, που συνδέει την αξιοποίηση του υποθαλάσσιου πλούτου με διεθνείς επενδυτές και συμμαχίες. Το πώς θα ισορροπήσει η κυβέρνηση ανάμεσα στην ανάγκη προσέλκυσης κεφαλαίων και στην εσωτερική πίεση για σκληρή στάση απέναντι στην Τουρκία θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό και την πολιτική αντοχή της σε ένα πεδίο υψηλής ευαισθησίας για την ελληνική κοινή γνώμη.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Σαμαρά μετατρέπει ένα τεχνικό ενεργειακό νομοσχέδιο σε πεδίο εσωκομματικής αναμέτρησης για τον στρατηγικό προσανατολισμό της χώρας στα ελληνοτουρκικά. Η κυβέρνηση οφείλει πειστική, αναλυτική νομική τεκμηρίωση – όχι μόνο πολιτικές διαβεβαιώσεις – αν θέλει να κλείσει το μέτωπο που άνοιξε στο εσωτερικό της κεντροδεξιάς, την ώρα που οι ενεργειακές και γεωπολιτικές ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο γίνονται πιο εύθραυστες από ποτέ.






