Η κεντρική διοίκηση κατέγραψε ταμειακό πλεόνασμα 328 εκατ. ευρώ στο δίμηνο 2026, σημαντικά μειωμένο έναντι του 2025. Η εικόνα αποτυπώνει ταυτόχρονη υποχώρηση εσόδων και άνοδο δαπανών.
Τα προσωρινά στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος για το ταμειακό αποτέλεσμα της κεντρικής διοίκησης στο δίμηνο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2026 επιβεβαιώνουν ότι η δημοσιονομική εικόνα παραμένει μεν θετική, αλλά με αισθητά ασθενέστερη δυναμική σε σχέση με πέρυσι. Το ταμειακό πλεόνασμα διαμορφώθηκε σε 328 εκατ. ευρώ, έναντι 836 εκατ. ευρώ στο αντίστοιχο δίμηνο του 2025, δηλαδή μειώθηκε σχεδόν στο μισό.
Πτώση εσόδων, άνοδος δαπανών
Σύμφωνα με την ΤτΕ, τα έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 10,972 δισ. ευρώ, από 11,636 δισ. ευρώ ένα χρόνο πριν. Η μείωση άνω των 600 εκατ. ευρώ στα τακτικά έσοδα σηματοδοτεί είτε ασθενέστερες φορολογικές εισπράξεις είτε διαφοροποίηση στον χρονισμό είσπραξης συγκεκριμένων φόρων και λοιπών εσόδων, στοιχείο κρίσιμο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού στο σύνολο του έτους.
Στον αντίποδα, οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού αυξήθηκαν, φθάνοντας τα 11,009 δισ. ευρώ, έναντι 10,7 δισ. ευρώ την περίοδο Ιανουαρίου-Φεβρουαρίου 2025. Η άνοδος άνω των 300 εκατ. ευρώ στις δαπάνες αντανακλά τόσο τις μόνιμες δημοσιονομικές δεσμεύσεις (μισθοί, συντάξεις, κοινωνικές μεταβιβάσεις) όσο και πιθανές πρόσθετες ανάγκες που προκύπτουν από την τρέχουσα συγκυρία, όπως μέτρα στήριξης ή αυξημένες πληρωμές για τόκους και επενδυτικές δαπάνες.
Ο συνδυασμός χαμηλότερων εσόδων και υψηλότερων δαπανών εξηγεί τη συρρίκνωση του ταμειακού πλεονάσματος, παρότι αυτό παραμένει θετικό. Για μια οικονομία που επιδιώκει να διατηρήσει αξιόπιστη δημοσιονομική πορεία, η τάση αυτή αποτελεί προειδοποιητικό σήμα και θα τεθεί υπό στενή παρακολούθηση τους επόμενους μήνες.
Δημοσιονομικές ισορροπίες και αγορές
Τα ταμειακά στοιχεία της κεντρικής διοίκησης, αν και δεν ταυτίζονται πλήρως με τους ορισμούς του ευρωπαϊκού «προϋπολογισμού γενικής κυβέρνησης», λειτουργούν ως έγκαιρος δείκτης για την πορεία των δημόσιων οικονομικών. Η διατήρηση πλεονάσματος, έστω μειωμένου, συνδέεται με τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτεί τις ανάγκες της με χαμηλότερο κόστος, να στηρίζει την πιστοληπτική της αξιολόγηση και να προσελκύει επενδυτές σε κρατικούς τίτλους.
Ωστόσο, η διπλή πίεση από την πλευρά των εσόδων και των δαπανών υπογραμμίζει την ανάγκη για προσεκτική διαχείριση. Σε περιβάλλον αυξημένων διεθνών αβεβαιοτήτων, κάθε απόκλιση από τους στόχους μπορεί να έχει άμεση αντανάκλαση στο κόστος δανεισμού και στην εμπιστοσύνη των αγορών. Η εξέλιξη των δημοσίων εσόδων –ιδίως των φορολογικών–, αλλά και η πειθαρχία στις δαπάνες, θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για το αν η τάση του πρώτου διμήνου θα αποδειχθεί συγκυριακή ή διαρθρωτική.
Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος λειτουργούν ως έγκαιρο καμπανάκι για την οικονομική πολιτική, επιβάλλοντας διαρκή επανεκτίμηση των προτεραιοτήτων και της ανθεκτικότητας του προϋπολογισμού απέναντι σε εσωτερικά και εξωτερικά σοκ.
Σχόλιο
: Η διατήρηση πλεονάσματος με ταυτόχρονη επιδείνωση της τάσης δείχνει ότι το περιθώριο για προεκλογικού τύπου παροχές ή δημοσιονομική χαλάρωση στενεύει. Η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην κοινωνική πίεση για στήριξη εισοδημάτων και στην ανάγκη να πείσει τις αγορές ότι η δημοσιονομική πορεία παραμένει υπό έλεγχο.






