Η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μία από τις πιο ακριβές αγορές διαδικτυακών τυχερών παιγνίων στην Ευρώπη. Η υπερφορολόγηση παρόχων και παικτών ενισχύει τη στροφή προς την παράνομη αγορά.
Η νέα μελέτη του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου για τη φορολόγηση των διαδικτυακών τυχερών παιγνίων φωτίζει μια ιδιαίτερα ανησυχητική τάση: τρεις στους τέσσερις παίκτες δηλώνουν ότι θα μπορούσαν να στραφούν σε παράνομα δίκτυα, κυρίως λόγω του φορολογικού βάρους και της ευκολίας συναλλαγών εκτός ρυθμιζόμενου πλαισίου. Την ίδια στιγμή, η Ελλάδα καταγράφεται ως μία από τις πιο «ακριβές» φορολογικά αγορές στην Ευρώπη στον κλάδο του online τζόγου.
Διπλή φορολογία και εκρηκτική αύξηση εσόδων
Το 2024 η αγορά τυχερών παιγνίων συνέχισε την ανοδική της πορεία. Ο συνολικός τζίρος (TGR) έφτασε τα 15,6 δισ. ευρώ από 14,4 δισ. ευρώ το 2023, σημειώνοντας άνοδο 8,5%. Τα ακαθάριστα έσοδα των παρόχων (GGR) διαμορφώθηκαν σε 2,88 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 11%.
Ωστόσο, τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν ακόμη ταχύτερα: από 885 εκατ. ευρώ το 2023 σε 1,026 δισ. ευρώ το 2024 (+16%), γεγονός που δείχνει ότι το κράτος απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος της ανάπτυξης του κλάδου. Στο εννεάμηνο Ιανουαρίου – Σεπτεμβρίου 2025, ο τζίρος έφτασε τα 12,02 δισ. ευρώ (+5,7%), ενώ τα έσοδα του Δημοσίου από δικαιώματα και φόρους παικτών ανήλθαν σε 836,42 εκατ. ευρώ (+12,4%).
Καθοριστικό στοιχείο είναι το ελληνικό μοντέλο διπλής φορολόγησης: φόρος 35% επί του GGR για online καζίνο και στοίχημα, σε συνδυασμό με πρόσθετη φορολόγηση στα κέρδη των παικτών. Στα online καζίνο, τα κέρδη έως 100 ευρώ είναι αφορολόγητα, 15% επιβάλλεται για 100,01–500 ευρώ και 20% για άνω των 500 ευρώ. Στο online στοίχημα, η κλίμακα είναι 0% έως 100 ευρώ, 2,5% για 100,01–200 ευρώ, 5% για 200,01–500 ευρώ και 7,5% για κέρδη άνω των 500 ευρώ.
Σύγκριση με Ευρώπη και κίνδυνος φυγής στη «σκιά»
Η συγκριτική ανάλυση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες αναδεικνύει την απόσταση της Ελλάδας. Στην Κροατία, ο φόρος GGR είναι 15% στα καζίνο, 25% στα slots και 5% στο στοίχημα, χωρίς φόρο στα κέρδη παικτών στα online καζίνο. Στη Ρουμανία, ο GGR φορολογείται με 21% και ο φόρος στα κέρδη είναι κλιμακωτός και ενεργοποιείται σε υψηλότερα ποσά. Στη Σλοβενία, ο φόρος GGR είναι μόλις 5%, ενώ οι παίκτες φορολογούνται με 15% μόνο για κέρδη άνω των 300 ευρώ. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, από το 2026 ο συντελεστής για τους παρόχους θα είναι 40%, αλλά δεν υπάρχει καμία επιβάρυνση στα κέρδη των παικτών.
Έτσι, η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις λίγες αγορές όπου συνδυάζεται υψηλός φόρος στον πάροχο με άμεση φορολόγηση του παίκτη σε σχετικά χαμηλά επίπεδα κερδών, αυξάνοντας δραστικά το κόστος συμμετοχής στη νόμιμη αγορά. Η κατάσταση αναμένεται να επιβαρυνθεί περαιτέρω από 1η Ιουλίου 2026, όταν η φορολογία στα κέρδη των παικτών στα online καζίνο θα αυξηθεί σε 20% για 100–500 ευρώ και 30% για άνω των 500 ευρώ, με στόχο πρόσθετα έσοδα 100 εκατ. ευρώ ετησίως.
Παράνομες πλατφόρμες και «αόρατες» συναλλαγές
Η μελέτη αναδεικνύει και ένα δομικό πρόβλημα: η παράνομη αγορά αξιοποιεί ενδιάμεσους μηχανισμούς πληρωμών και έδρες στο εξωτερικό, ώστε οι συναλλαγές να μην αναγνωρίζονται ως δραστηριότητα τυχερών παιγνίων. Έτσι, δεν υπάρχει καθαρή εικόνα για τη ροή χρημάτων, δεν γίνονται ουσιαστικές διασταυρώσεις με τα δηλωμένα εισοδήματα και δεν εντοπίζεται η υπερβολική συμμετοχή ευάλωτων παικτών.
Παράλληλα, οι παράνομες ιστοσελίδες αναπαράγονται διαρκώς με νέα domain names μετά το μπλοκάρισμα, προσαρμοζόμενες ταχύτερα από τους μηχανισμούς ελέγχου. Υπό αυτές τις συνθήκες, όσο η νόμιμη αγορά παραμένει βαριά φορολογημένη και η παράνομη δραστηριότητα δύσκολα ανιχνεύσιμη, τα κίνητρα μετακίνησης εκτός ρυθμιζόμενου πλαισίου ενισχύονται – κάτι που ήδη αποτυπώνεται στο εύρημα ότι το 75% των παικτών «βλέπει τον δρόμο προς την παρανομία».
Σχόλιο
: Το ελληνικό μοντέλο φορολόγησης τυχερών παιγνίων αποδίδει βραχυπρόθεσμα υψηλά δημόσια έσοδα, αλλά ενέχει σοβαρό συστημικό ρίσκο: στρεβλώνει τον ανταγωνισμό υπέρ της παρανομίας, αποδυναμώνει την προστασία των παικτών και, μεσοπρόθεσμα, απειλεί να διαβρώσει τη φορολογική βάση που σήμερα ενισχύει. Χωρίς εξορθολογισμό συντελεστών και ενίσχυση των μηχανισμών εποπτείας πληρωμών, το κράτος κινδυνεύει να χάσει έσοδα και έλεγχο ταυτόχρονα.






