Ο Άδωνις Γεωργιάδης κλιμακώνει τη δημόσια παρέμβασή του για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπερασπιζόμενος την αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου. Προειδοποιεί για θεσμική σύγκρουση και θέτει ανοιχτά στο τραπέζι ακόμη και το ενδεχόμενο αποχώρησης της Ελλάδας από τον θεσμό.
Με μια εκτενή ανάρτηση, ο υπουργός Υγείας και αντιπρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας Άδωνις Γεωργιάδης επανέρχεται με σκληρό αλλά δομημένο λόγο για τον θεσμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), επιχειρώντας να αποσαφηνίσει τόσο το συνταγματικό πλαίσιο όσο και τις πολιτικές προεκτάσεις της υπόθεσης.
Αναγνώριση αρμοδιότητας Αρείου Πάγου και θεσμικό μήνυμα
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του είναι ο ισχυρισμός ότι η Ευρωπαία γενική εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι «αναγνώρισε» στην πράξη την αρμοδιότητα του Αρείου Πάγου για την ανανέωση της θητείας της Ευρωπαίας εισαγγελέως για την Ελλάδα Ελένης Παπανδρέου και ακόμη δύο εισαγγελέων. Όπως περιγράφει, μετά την αρχική αυτόματη ανανέωση από το Κολλέγιο των επιτρόπων, η οποία δεν έγινε δεκτή στην Αθήνα, η κ. Κοβέσι απέστειλε επιστολή προς τον Άρειο Πάγο ζητώντας ρητά την έγκρισή του, ενώ και οι ίδιοι οι εισαγγελείς υπέβαλαν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.
Κατά τον κ. Γεωργιάδη, η διαδικασία αυτή συνιστά επιβεβαίωση ότι η ελληνική ανώτατη δικαιοσύνη διατηρεί τον τελευταίο λόγο για τον ορισμό και την ανανέωση εθνικών εισαγγελέων που στελεχώνουν την EPPO. Σημειώνει ότι η σχετική απόφαση για τις θητείες αναμένεται τον Μάιο και δηλώνει «απόλυτη εμπιστοσύνη» στην κρίση του Αρείου Πάγου, καταγγέλλοντας όσους –ακόμη και συνταγματολόγους– τον επέκριναν χωρίς, όπως λέει, να έχουν πλήρη εικόνα του παρασκηνίου.
Κίνδυνος θεσμικού ανταγωνισμού και πολιτικής εργαλειοποίησης
Ο υπουργός τοποθετεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο κέντρο μιας ευρύτερης συζήτησης για την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Αναγνωρίζει τη σύσταση της EPPO ως «θετικό πρώτο βήμα προς μια ευρωπαϊκή συνομοσπονδία», αλλά υπογραμμίζει ότι ο θεσμός «σπάει» το μονοπώλιο της εθνικής δικαστικής εξουσίας και άρα είναι εγγενώς ευαίσθητος. Προειδοποιεί ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί ανταγωνισμός μεταξύ των εγχώριων θεσμών δικαιοσύνης και της EPPO, αντί για συμπληρωματική λειτουργία.
Στο ίδιο πλαίσιο καταγγέλλει ότι έχει καλλιεργηθεί μια «στρεβλή εικόνα» στα ΜΜΕ, όπου οι Ευρωπαίοι εισαγγελείς παρουσιάζονται ως οι μόνοι έντιμοι, κάτι που –κατά την άποψή του– συνιστά ευθεία απαξίωση των Ελλήνων δικαστών και εισαγγελέων. Συνδέει το κλίμα αυτό με επιλεκτικές διαρροές δικογραφιών που αφορούν υπουργούς και βουλευτές, χαρακτηρίζοντας τις υποθέσεις που διαβιβάστηκαν στη Βουλή «γελοίες» και προεξοφλώντας ότι θα καταλήξουν σε αρχειοθέτηση ή αθώωση.
Δικαίωμα αποχώρησης και μήνυμα προς τους «ευρωπαϊστές»
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η επιμονή του ότι η Ελλάδα διατηρεί το κυριαρχικό δικαίωμα να αποχωρήσει από την ενισχυμένη συνεργασία της EPPO, εφόσον το αποφασίσει ένα μελλοντικό Κοινοβούλιο. Επικαλείται τον κανονισμό 2017/1939, εξηγώντας ότι η υποχρεωτικότητα των διατάξεών του αφορά μόνο τα κράτη που συμμετέχουν στην ενισχυμένη συνεργασία και ότι η αποχώρηση θα είχε μόνο μελλοντική ισχύ, χωρίς να ακυρώνει εκκρεμείς υποθέσεις ή ήδη εκδοθείσες αποφάσεις.
Ο κ. Γεωργιάδης απορρίπτει τον χαρακτηρισμό της στάσης του ως «αντιευρωπαϊκής», δηλώνοντας ότι η κριτική στους ευρωπαϊκούς θεσμούς είναι έκφραση γνήσιου ευρωπαϊσμού και όχι εχθρότητα προς την ΕΕ. Καλεί να δοθεί χρόνος στην EPPO να ωριμάσει, αλλά προειδοποιεί ότι «έχει ξεκινήσει πολύ στραβά» και ότι η πολιτικοποίησή της θα οδηγήσει σε αποτυχία, με κόστος για την ίδια την ευρωπαϊκή ενοποίηση.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Γεωργιάδη δεν είναι απλώς προσωπική διαμάχη με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· αναδεικνύει ένα βαθύτερο θεσμικό ρήγμα: πού τελειώνει η εθνική κυριαρχία στην απονομή δικαιοσύνης και πού αρχίζει η υπερεθνική εποπτεία. Η επίκληση του δικαιώματος αποχώρησης λειτουργεί ως διαπραγματευτικό μήνυμα προς τις Βρυξέλλες, αλλά και ως προειδοποίηση προς το εσωτερικό ότι η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση δεν είναι μονόδρομος χωρίς όρους. Αν η EPPO συνεχίσει να λειτουργεί με έντονη πολιτική σκιά, η αντιπαράθεση Αθήνας–Λουξεμβούργου κινδυνεύει να γίνει το νέο πεδίο τριβής για τις σχέσεις Ελλάδας–ΕΕ.






