Ο Άδωνις Γεωργιάδης κλιμακώνει τη θεσμική αντιπαράθεση με την Ευρωπαία εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι, θέτοντας ζήτημα δημοκρατικής νομιμοποίησης. Υποστηρίζει ότι υπάρχει ερμηνευτικό κενό στον κανονισμό για την ανανέωση των εντεταλμένων εισαγγελέων και ζητά παρέμβαση του Δικαστηρίου της ΕΕ.
Με μια μακροσκελή και ιδιαίτερα αιχμηρή ανάρτηση στα social media, ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης επιχειρεί να απαντήσει στις κατηγορίες ότι δεν σέβεται τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, μετατρέποντας την προσωπική του αντιπαράθεση σε θεσμική συζήτηση για τα όρια εξουσίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO) και της επικεφαλής της, Λάουρα Κοβέσι.
Η κόντρα για την ανανέωση θητειών και το «θεσμικό κενό»
Αφετηρία της σύγκρουσης αποτελεί η διαδικασία ανανέωσης της θητείας των εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων στην Ελλάδα, με φόντο και τις δικογραφίες που διαβιβάστηκαν στη Βουλή για υποθέσεις ΟΠΕΚΕΠΕ. Ο Γεωργιάδης επαναλαμβάνει ότι θεωρεί πως η αποστολή των δικογραφιών συνδέεται με την πίεση για ανανέωση θητειών, σημειώνοντας πως, επί της ουσίας, την ίδια κατάληξη αποδέχονται –από διαφορετική πολιτική σκοπιά– ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος και η πρώην πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασιλική Θάνου.
Στο νομικό σκέλος, ο υπουργός εστιάζει στο άρθρο 17 του κανονισμού της EPPO, υποστηρίζοντας ότι υπάρχει σαφής απαίτηση αρχικής ονομασίας από το κράτος μέλος, αλλά πλήρης σιωπή για τη διαδικασία ανανέωσης. Αυτό, κατά τον ίδιο, δημιουργεί ερμηνευτικό κενό, το οποίο η Κοβέσι αξιοποιεί για να υποστηρίξει ότι το Κολλέγιο μπορεί να ανανεώνει μονομερώς τις θητείες χωρίς νέα εμπλοκή των εθνικών αρχών.
Επίκληση ευρωπαϊκών προηγουμένων και πολιτική διάσταση
Ο Γεωργιάδης συγκρίνει το καθεστώς της EPPO με άλλους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, όπως η Eurojust και η Europol, όπου η ανανέωση εθνικών μελών γίνεται με ενεργό ρόλο των κρατών και με σαφή χρονικά όρια. Υποστηρίζει ότι η ερμηνεία Κοβέσι θα δημιουργούσε ένα μοναδικό προηγούμενο στην ΕΕ, με εντεταλμένους εισαγγελείς δυνητικά «ισόβιους», γεγονός που χαρακτηρίζει «θεσμικά πρωτοφανές και τρομακτικό».
Παράλληλα, απορρίπτει την κριτική ότι η στάση του είναι αντιευρωπαϊκή, τονίζοντας: «Δεν είμαστε ραγιάδες της Ευρώπης να λέμε σε όλα άκριτα ναι». Προβάλλει την ανάγκη παραπομπής του ζητήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για λόγους ασφάλειας δικαίου, προειδοποιώντας ότι μελλοντικές προσφυγές κατηγορουμένων μπορεί να ακυρώσουν υποθέσεις λόγω αμφισβήτησης της νομιμότητας της ανανέωσης.
Η παρέμβασή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση για την ισορροπία ανάμεσα στην ανεξαρτησία των ευρωπαϊκών θεσμών και την κυριαρχία των κρατών μελών, αλλά και για τα όρια της πολιτικής κριτικής προς δικαστικά όργανα σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο.
Σχόλιο
: Η τοποθέτηση Γεωργιάδη φωτίζει ένα υπαρκτό θεσμικό ζήτημα για την EPPO, αλλά εμπλέκεται με εσωτερικές πολιτικές αντιπαραθέσεις, δυσκολεύοντας μια νηφάλια ευρωπαϊκή συζήτηση για το πώς θωρακίζεται η ανεξαρτησία χωρίς να υπονομεύεται η δημοκρατική λογοδοσία.






