Η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν θέτει τον Λίβανο στο επίκεντρο μιας μελλοντικής συμφωνίας με το Ιράν, συνδέοντας άμεσα τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής με την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι «απαγορευτικοί» δασμοί στο Στενό του Ορμούζ και ο κίνδυνος ενός πιο αδύναμου πυρηνικού deal με την Τεχεράνη ανησυχούν τις Βρυξέλλες.
Σε μια σαφώς πολιτικοποιημένη παρέμβαση από τη Λευκωσία, η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε ειρηνευτική συμφωνία με το Ιράν δεν μπορεί να αγνοήσει τον Λίβανο. Μιλώντας παρουσία του Λιβανέζου προέδρου Τζόζεφ Αούν, στο περιθώριο συνόδου κορυφής της ΕΕ με ηγέτες της Μέσης Ανατολής στην Κύπρο, τόνισε ότι «η ασφάλεια είναι αδιαίρετη» και πως δεν μπορεί να υπάρξει σταθερότητα στη Μέση Ανατολή όσο «ο Λίβανος φλέγεται».
Ο Λίβανος ως προϋπόθεση για βιώσιμη ειρήνη
Η φον ντερ Λάιεν ζήτησε ρητά σεβασμό της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας του Λιβάνου, αφήνοντας να εννοηθεί ότι μια μελλοντική συμφωνία θα πρέπει να περιλαμβάνει και αποχώρηση ξένων στρατευμάτων από το νότιο τμήμα της χώρας. Παρότι δεν κατονόμασε το Ισραήλ, η αναφορά σε αυτοανακηρυγμένη «ζώνη ασφαλείας» παραπέμπει ευθέως στην ισραηλινή στρατιωτική παρουσία.
Η ΕΕ επιχειρεί έτσι να μετατρέψει τον Λίβανο από «παράπλευρη απώλεια» της σύγκρουσης Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ σε αυτόνομο πυλώνα της αρχιτεκτονικής ασφάλειας στην περιοχή. Η Λευκωσία, με απόσταση μόλις 300 χλμ. από τις λιβανικές ακτές και έχοντας δεχθεί ιρανικό drone σε βρετανική βάση, λειτουργεί ως άμεση υπενθύμιση ότι η αποσταθεροποίηση στη Μέση Ανατολή έχει απτές συνέπειες εντός ευρωπαϊκού εδάφους.
Φόβοι για «ασθενέστερο» πυρηνικό deal και αντιπαράθεση για το Στενό του Ορμούζ
Παράλληλα, οι ευρωπαίοι ηγέτες προειδοποιούν ότι οι εν εξελίξει διαπραγματεύσεις για τερματισμό του πολέμου με το Ιράν κινδυνεύουν να καταλήξουν σε μια συμφωνία πιο αδύναμη από το Κοινό Ολοκληρωμένο Σχέδιο Δράσης (JCPOA) του 2015. Η ύπατη εκπρόσωπος της ΕΕ για την εξωτερική πολιτική Κάγια Κάλας επισήμανε ότι χωρίς τη συστηματική συμμετοχή πυρηνικών εμπειρογνωμόνων, αλλά και χωρίς αντιμετώπιση του βαλλιστικού προγράμματος, των proxies και των υβριδικών–κυβερνοεπιθέσεων της Τεχεράνης στην Ευρώπη, ο κίνδυνος είναι να προκύψει μια «πιο επικίνδυνη» Ισλαμική Δημοκρατία.
Ταυτόχρονα, η ΕΕ απορρίπτει κατηγορηματικά την ιδέα ιρανικών διοδίων στο Στενό του Ορμούζ, με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Αντόνιο Κόστα και τη φον ντερ Λάιεν να ζητούν την άμεση, ελεύθερη επαναλειτουργία της θαλάσσιας οδού, χωρίς περιορισμούς και χωρίς χρεώσεις. Η Τεχεράνη φέρεται να εξετάζει επιβολή τελών διέλευσης ως μορφή αποζημίωσης για τις ζημιές από αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις, κάτι που οι Βρυξέλλες θεωρούν ευθεία απειλή για την παγκόσμια οικονομία και ειδικά για την ευρωπαϊκή βιομηχανία που εξαρτάται από τις ενεργειακές ροές μέσω Ορμούζ.
Ευρωπαϊκή ασφάλεια, προϋπολογισμός και διπλό μέτωπο Ιράν–Ουκρανίας
Η συζήτηση στη Λευκωσία αναδεικνύει ότι για την ΕΕ η ασφάλεια της Μέσης Ανατολής και του Κόλπου είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή ασφάλεια και ανάπτυξη. Η φον ντερ Λάιεν μίλησε για μετάβαση από «αντιδραστική διαχείριση κρίσεων» σε βαθύτερες στρατηγικές συμπράξεις με τα κράτη του Κόλπου, περιλαμβανομένης της ενίσχυσης ναυτικών αποστολών και κοινών αμυντικών ικανοτήτων έναντι drones και πυραύλων.
Στο εσωτερικό μέτωπο, οι «27» άνοιξαν τη δύσκολη συζήτηση για τον επόμενο κοινοτικό προϋπολογισμό 2028–2034, με τη γερμανική πλευρά –μέσω του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς– να απορρίπτει αυξήσεις εισφορών και νέο χρέος, την ώρα που η Κομισιόν ζητά περίπου 2 τρισ. ευρώ για αποπληρωμή υφιστάμενου δανεισμού και ενίσχυση άμυνας και ανταγωνιστικότητας.
Παράλληλα, η ΕΕ επιβεβαίωσε την προσήλωσή της στην Ουκρανία, εγκρίνοντας δάνειο 90 δισ. ευρώ προς το Κίεβο και εικοστό πακέτο κυρώσεων κατά της Ρωσίας, ενώ ήδη προετοιμάζεται η 21η δέσμη μέτρων. Η Κάλας τόνισε ότι ο ρυθμός κυρώσεων στέλνει μήνυμα πως η Μόσχα «δεν μπορεί να μας κουράσει».
Σχόλιο
: Η ανάδειξη του Λιβάνου σε ρητή προϋπόθεση μιας συμφωνίας με το Ιράν δείχνει ότι η ΕΕ προσπαθεί να αποκτήσει γεωπολιτικό αποτύπωμα σε μια σύγκρουση που μέχρι τώρα διαμορφωνόταν κυρίως από Ουάσιγκτον και περιφερειακές δυνάμεις. Ωστόσο, οι εσωτερικές διαφωνίες για τον προϋπολογισμό και τη χρηματοδότηση άμυνας και εξωτερικής πολιτικής ενδέχεται να περιορίσουν την ικανότητα των «27» να στηρίξουν στην πράξη τη ρητορική περί «αδιαίρετης ασφάλειας».






