Σφοδρή κριτική δέχεται η Κομισιόν για την πρόθεσή της να ανοίξει νέο διάλογο με την Ουάσινγκτον για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών ψηφιακών νόμων. Ευρωβουλευτές προειδοποιούν ότι διακυβεύεται η κυριαρχία της ΕΕ απέναντι στις αμερικανικές Big Tech.
Έντονες αντιδράσεις προκαλεί στις Βρυξέλλες η απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να διερευνήσει τη δημιουργία νέου «διαλόγου» με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τους ψηφιακούς κανόνες, τη στιγμή που η Ουάσινγκτον εντείνει την πίεση για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού πλαισίου απέναντι στους αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς.
Η κίνηση αφορά ιδίως τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ εφαρμόζει τον Νόμο για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (DSA) και τον Νόμο για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA), τα δύο εμβληματικά νομοθετήματα που στοχεύουν στον περιορισμό της ισχύος των μεγάλων πλατφορμών.
Φόβοι για «κερκόπορτα» των ΗΠΑ στο ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο
Εκπρόσωπος της Επιτροπής επιβεβαίωσε ότι γίνονται συζητήσεις με τις ΗΠΑ για τη δημιουργία δομημένου διαλόγου, υποστηρίζοντας πάντως ότι το ευρωπαϊκό «rulebook» δεν τίθεται σε διαπραγμάτευση. Ωστόσο, η διαβεβαίωση αυτή δεν πείθει τους επικριτές.
Η Γερμανίδα Πράσινη ευρωβουλευτής Αλεξάντρα Γκέζ κατήγγειλε ότι, σε μια συγκυρία όπου ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται υπό πίεση στο εσωτερικό και ο πόλεμος με το Ιράν πλήττει την παγκόσμια οικονομία, η Κομισιόν αντί να χαράξει αυτόνομη ευρωπαϊκή πορεία «φιλά το δαχτυλίδι» της Ουάσινγκτον. Η συμμετοχή Αμερικανών αξιωματούχων σε συζητήσεις για τον DSA και τον DMA, προειδοποίησε, ισοδυναμεί με το να «βαθμολογούν οι ίδιες οι πλατφόρμες τα μαθήματά τους» – μια «μοιραία απόφαση για τις εταιρείες μας και τη δημοκρατία μας».
Ο επίσης Πράσινος ευρωβουλευτής Σεργκέι Λαγκοντίνσκι έκανε λόγο για «πλήρη συνθηκολόγηση» απέναντι στις εξαναγκαστικές τακτικές της κυβέρνησης Τραμπ, ζητώντας να παγώσουν οι εμπορικές συνομιλίες με τις ΗΠΑ και να ενεργοποιηθεί το ευρωπαϊκό «αντι-εξαναγκαστικό» εργαλείο.
Κίνδυνος αποδυνάμωσης του DSA και του DMA μέσω εμπορικών ανταλλαγμάτων
Πέρα από τη θεσμική διάσταση, πολλοί ευρωβουλευτές και εθνικοί βουλευτές ανησυχούν ότι ο προτεινόμενος διάλογος μετατρέπει την επιβολή των ψηφιακών κανόνων σε διαπραγματευτικό χαρτί μέσα σε ευρύτερες εμπορικές συζητήσεις με την Ουάσινγκτον, συμπεριλαμβανομένων των δασμών.
Ο φιλελεύθερος ευρωβουλευτής Σάντρο Γκόζι υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει ανάγκη» για τέτοια διαδικασία: αποστολή της Επιτροπής είναι να εφαρμόσει τον DSA και τον DMA, όχι να τους συζητά εκ νέου με τις ΗΠΑ. Κατά την άποψή του, πρόκειται για «ξεκάθαρη προσπάθεια» επιβράδυνσης της εφαρμογής και αποδυνάμωσης της επιβολής.
Στο Βερολίνο, ο πρόεδρος της Επιτροπής Ψηφιακών Υποθέσεων της Μπούντεσταγκ, Χανςγιοργκ Ντουρτς, προειδοποίησε ότι οποιοσδήποτε συμψηφισμός σε εμπορικό επίπεδο θα ήταν «εξαιρετικά προβληματικός» και θα έπληττε την εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή ρυθμιστική αξιοπιστία. Η Πράσινη βουλευτής Ρεμπέκα Λένχαρντ τόνισε ότι οι ψηφιακοί κανόνες της ΕΕ «δεν πρέπει να γίνουν διαπραγματευτικά χαρτιά» σε διαμάχη δασμών με την Ουάσινγκτον.
Στρατηγική σύγκρουση για την τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης
Η αντιπαράθεση αναδεικνύει τη βαθύτερη σύγκρουση για την τεχνολογική κυριαρχία της Ευρώπης σε ένα διεθνές περιβάλλον έντονων γεωπολιτικών εντάσεων. Οι ΗΠΑ θεωρούν ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο στοχοποιεί δυσανάλογα τις αμερικανικές εταιρείες, ενώ η ΕΕ επιδιώκει να επιβάλει υψηλά πρότυπα διαφάνειας, ανταγωνισμού και προστασίας των πολιτών.
Η δημιουργία διαλόγου ΕΕ-ΗΠΑ θα μπορούσε, θεωρητικά, να μειώσει τριβές και να ενισχύσει τη συνεργασία σε ζητήματα όπως η τεχνητή νοημοσύνη, η κυβερνοασφάλεια και οι αλυσίδες εφοδιασμού. Όμως, όπως επισημαίνουν οι επικριτές, εάν δεν υπάρξουν σαφείς «κόκκινες γραμμές» και πλήρης διαφάνεια, ο κίνδυνος να μετατραπεί σε δίαυλο άσκησης αμερικανικής πίεσης πάνω στη ρυθμιστική αυτονομία της ΕΕ είναι υπαρκτός.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, που φιλοδοξούν να προσελκύσουν επενδύσεις τεχνολογίας αλλά και να προστατεύσουν τις μικρότερες επιχειρήσεις και τους πολίτες από πρακτικές των Big Tech, η έκβαση αυτής της διαμάχης στις Βρυξέλλες θα επηρεάσει άμεσα το ρυθμιστικό περιβάλλον τα επόμενα χρόνια.
Σχόλιο
: Η Κομισιόν επιχειρεί λεπτή ισορροπία ανάμεσα στη διατήρηση της ρυθμιστικής της αξιοπιστίας και την αποφυγή ανοικτής σύγκρουσης με την Ουάσινγκτον. Αν όμως ο διάλογος εκληφθεί –πολιτικά ή νομικά– ως «πίσω πόρτα» αναθεώρησης του DSA και του DMA, η ΕΕ κινδυνεύει να υπονομεύσει το ίδιο το αφήγημα της ψηφιακής της κυριαρχίας. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο οι Big Tech, αλλά η ικανότητα της Ευρώπης να παράγει κανόνες που δεν επαναδιαπραγματεύονται κάθε φορά που αλλάζει ο συσχετισμός ισχύος στο διατλαντικό πεδίο.






