Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα, το Brexit παραμένει η κεντρική ταυτότητα των Βρετανών. Η πολιτική σύγκρουση έχει παγώσει τη χώρα σε μόνιμο διχασμό.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit, η βρετανική κοινωνία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα πολιτικό και πολιτισμικό ρήγμα που ξεπερνά κατά πολύ το αρχικό ερώτημα της σχέσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Νέα έρευνα των πολιτικών επιστημόνων Sara Hobolt και James Tilley, όπως παρουσιάζεται στο βιβλίο «Tribal Politics: How Brexit Divided Britain», αναδεικνύει ότι το Brexit δεν υπήρξε απλώς μια μείζων πολιτική απόφαση, αλλά ο πυρήνας μιας νέας, βαθιάς ταυτοτικής σύγκρουσης.
Από κομματικές προτιμήσεις σε φυλετικές πολιτικές ταυτότητες
Πριν από τις 23 Ιουνίου 2016, ο τυπικός Βρετανός ψηφοφόρος αυτοπροσδιοριζόταν κυρίως μέσα από τα παραδοσιακά κόμματα – Εργατικοί ή Συντηρητικοί. Με το δημοψήφισμα, αυτός ο άξονας αντικαταστάθηκε από δύο αντίπαλες «φυλές»: remain και leave. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται, ακόμη και σήμερα περίπου το 60% των Βρετανών εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται πρωτίστως από την ψήφο του στο Brexit.
Η ταυτότητα του «remainer» ή του «Brexiter» εξελίχθηκε σε αυτό που η σύγχρονη βιβλιογραφία ονομάζει «identity-based habit»: μια συνήθεια ταυτότητας που ενισχύεται διαρκώς μέσω της επανάληψης, της καθημερινής συζήτησης, των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων. Η συναισθηματική προσκόλληση, όπως δείχνουν οι χρονοσειρές των Hobolt και Tilley, κορυφώθηκε μετά – και όχι πριν – την ημέρα του δημοψηφίσματος, όταν η πολιτική ήττα ή νίκη μετατράπηκε σε μόνιμο στοιχείο προσωπικής ταυτότητας.
Πολωμένη κοινωνία, παράλληλες πραγματικότητες
Η έρευνα καταγράφει ένα ανησυχητικό επίπεδο αμοιβαίας απόρριψης: μέχρι το 2025, μόνο περίπου το 40% των ψηφοφόρων υπέρ της εξόδου δηλώνει ότι μπορεί να συζητήσει πολιτική με ψηφοφόρους υπέρ της παραμονής – και το αντίστροφο. Οι χαρακτηρισμοί που αποδίδει η μία πλευρά στην άλλη («εγωιστές», «υποκριτές», «κλειστόμυαλοι») παραπέμπουν περισσότερο σε κοινωνική διάκριση παρά σε απλή πολιτική διαφωνία.
Οι συγγραφείς σημειώνουν ότι οι δύο «φυλές» δεν διαφωνούν μόνο για το Brexit, αλλά για την ίδια την αντίληψη της πραγματικότητας, από την αξιολόγηση της οικονομικής κατάστασης μέχρι τη λειτουργία των θεσμών. Το Brexit λειτούργησε ως καταλύτης για μια πολιτική κουλτούρα που ευνοεί τον διχασμό, τη δυσπιστία και την ευκολία στην κατασκευή εχθρών, με παράλληλη άνοδο μέσων και προσώπων που επενδύουν σε αυτήν την πόλωση.
Η εξαφάνιση της ταξικής πολιτικής και η άνοδος των πολιτισμικών πολέμων
Στο υπόβαθρο αυτής της εξέλιξης βρίσκεται η σταδιακή αποδυνάμωση της ταξικής πολιτικής στη Βρετανία. Προηγούμενη μελέτη του Tilley δείχνει ότι η παραδοσιακή εργατική τάξη, άλλοτε πυλώνας εκλογικής συμμετοχής, αποπολιτικοποιήθηκε καθώς το Εργατικό Κόμμα μετακινήθηκε στο κέντρο, υιοθετώντας το αφήγημα «είμαστε όλοι μεσαία τάξη». Το κενό που άφησε η υποχώρηση της κοινωνικοοικονομικής ατζέντας καλύφθηκε από πολιτισμικά ζητήματα: μετανάστευση, εθνική ταυτότητα, νόμος και τάξη.
Στο πλαίσιο αυτό, το Brexit – αν και τυπικά αφορούσε το εμπορικό και θεσμικό πλαίσιο με 27 χώρες της ΕΕ – εργαλειοποιήθηκε κυρίως γύρω από τη μετανάστευση και άλλα συμβολικά ζητήματα. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα δεδομένα, είναι μια δημόσια συζήτηση όπου οι δύο πλευρές συγκρούονται σφοδρά για την πολιτική ασύλου, την εξωτερική βοήθεια ή ακόμη και τη θανατική ποινή, αλλά δείχνουν περιορισμένο ενδιαφέρον για την ανισότητα, τα εργασιακά δικαιώματα ή τη δημόσια ιδιοκτησία – δηλαδή για τα ζητήματα που διαμορφώνουν άμεσα το βιοτικό επίπεδο.
Οι χαμένοι, οι κερδισμένοι και τα διδάγματα για την Ευρώπη
Σε αυτό το περιβάλλον, οι πραγματικοί κερδισμένοι είναι, κατά την κριτική ματιά του άρθρου, τα τμήματα εκείνα των ελίτ που κατάφεραν να μετατρέψουν μια θεσμική κρίση σε προσωπική ευκαιρία: πρώην πρωθυπουργοί που αμείβονται αδρά για ομιλίες, συνεργάτες που αναλαμβάνουν συμβουλευτικούς ρόλους για να βοηθήσουν επιχειρήσεις να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας επιλογής που οι ίδιοι διαχειρίστηκαν λανθασμένα.
Για την υπόλοιπη Ευρώπη – συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας – η βρετανική εμπειρία λειτουργεί ως προειδοποίηση για το πώς ένα μεμονωμένο δημοψήφισμα μπορεί να μετατραπεί σε μακροχρόνια κρίση ταυτότητας, εάν συνδυαστεί με αποδυνάμωση της ταξικής πολιτικής, ενίσχυση των πολιτισμικών πολέμων και έλλειψη ουσιαστικής οικονομικής απάντησης στα αιτήματα των πολιτών.
Σχόλιο
: Η Βρετανία δείχνει τι συμβαίνει όταν οι ελίτ μετατρέπουν ένα σύνθετο θεσμικό ζήτημα σε ταυτοτικό δημοψήφισμα χωρίς σαφές οικονομικό σχέδιο: η κοινωνία παγιδεύεται σε μόνιμο πολιτισμικό εμφύλιο, ενώ η ουσιαστική συζήτηση για ανάπτυξη, ανισότητες και παραγωγικότητα παραμερίζεται. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το μάθημα είναι σαφές: οι μεγάλες στρατηγικές επιλογές δεν μπορούν να υποκαταστήσουν μια συνεκτική κοινωνικοοικονομική ατζέντα, ούτε να αντιμετωπίζονται ως πεδίο πρόσκαιρου πολιτικού τακτικισμού.






