Οι πρώτες απευθείας συνομιλίες Ισραήλ–Λιβάνου υπό αμερικανική αιγίδα ολοκληρώθηκαν σε δύο ώρες, χωρίς ορατή πρόοδο. Η Χεζμπολάχ απορρίπτει τη διαδικασία, αυξάνοντας την πολιτική πίεση στη Βηρυτό.
Οι συνομιλίες μεταξύ του Ισραηλινού πρέσβη στις Ηνωμένες Πολιτείες, Γιεχιέλ Λάιτερ, και της Λιβανέζας ομολόγου του, Νάντα Χαμάντε, ολοκληρώθηκαν στην Ουάσιγκτον έπειτα από λίγο περισσότερο από δύο ώρες, σύμφωνα με πληροφορίες που επικαλούνται διπλωματικές πηγές. Τη συνάντηση φιλοξένησε ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος έχει χαρακτηρίσει τη διαδικασία «ιστορική ευκαιρία» για την αποκλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στις δύο χώρες.
Αμερικανική μεσολάβηση και περιορισμένες προσδοκίες
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να λειτουργήσει ως καταλύτης σε μια ιδιαίτερα εύθραυστη συγκυρία για τη Μέση Ανατολή, με το Ισραήλ και τον Λίβανο να παραμένουν τεχνικά σε εμπόλεμη κατάσταση και τη γραμμή αντιπαράθεσης στα σύνορα να αποτελεί διαρκή εστία κινδύνου. Ο Μάρκο Ρούμπιο είχε προϊδεάσει ότι δεν αναμένονται συνολικές λύσεις «στις επόμενες ώρες», εκφράζοντας ωστόσο την ελπίδα πως η συνάντηση θα σηματοδοτούσε ένα πρώτο βήμα προς μια πιο δομημένη διαπραγμάτευση.
Το γεγονός ότι ο πρώτος αυτός γύρος ολοκληρώθηκε σχετικά γρήγορα, χωρίς δημοσιοποίηση συγκεκριμένων συμφωνηθέντων ή κοινού ανακοινωθέντος, υποδηλώνει ότι οι θέσεις των δύο πλευρών παραμένουν σε απόσταση. Ωστόσο, η ίδια η πραγματοποίηση της συνάντησης, σε υψηλό διπλωματικό επίπεδο και με άμεση αμερικανική εμπλοκή, συνιστά εξέλιξη που η Ουάσιγκτον επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει σε επόμενες φάσεις.
Σκληρή αντίδραση Χεζμπολάχ και εσωτερικές πιέσεις στον Λίβανο
Την ώρα που οι διπλωματικές διεργασίες λάμβαναν χώρα στην Ουάσιγκτον, ο ηγέτης της Χεζμπολάχ, Ναΐμ Κάσεμ, καταδίκαζε σε τηλεοπτικό του μήνυμα τις συνομιλίες, χαρακτηρίζοντάς τες «μάταιες». Κάλεσε μάλιστα την κυβέρνηση του Λιβάνου να επιδείξει «ιστορική και ηρωική στάση» απέχοντας πλήρως από οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με το Ισραήλ.
Η παρέμβαση αυτή αναδεικνύει το περίπλοκο εσωτερικό σκηνικό στη Βηρυτό, όπου η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη διεθνούς στήριξης και στα ισχυρά εγχώρια πολιτικο-στρατιωτικά κέντρα ισχύος. Η Χεζμπολάχ, ως κυρίαρχος παίκτης στο λιβανέζικο πολιτικό και στρατιωτικό σύστημα, μπορεί να υπονομεύσει ή να καθυστερήσει οποιαδήποτε διαδικασία κρίνει ότι θίγει τα στρατηγικά της συμφέροντα.
Για τις ΗΠΑ, η πρόκληση είναι διπλή: αφενός να πείσουν τη λιβανέζικη κυβέρνηση ότι η εμπλοκή σε μια δομημένη διαπραγμάτευση μπορεί να αποφέρει απτά οφέλη σε ασφάλεια και οικονομία· αφετέρου να διαχειριστούν τις αντιδράσεις της Χεζμπολάχ, η οποία απορρίπτει εκ προοιμίου κάθε προσέγγιση με το Ισραήλ.
Προοπτικές και ρίσκα για τη σταθερότητα στην περιοχή
Η ολοκλήρωση του πρώτου γύρου χωρίς εμφανές αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα αποτυχία, αλλά υπογραμμίζει το βάθος των διαφορών. Ζητήματα όπως η οριοθέτηση συνόρων, η ασφάλεια στα σύνορα και το πλαίσιο μελλοντικών επαφών αποτελούν σύνθετα πεδία, όπου εμπλέκονται όχι μόνο τα δύο κράτη αλλά και περιφερειακοί δρώντες.
Η συνέχεια των επαφών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το αν η λιβανέζικη κυβέρνηση θα αντέξει τις εσωτερικές πιέσεις και αν το Ισραήλ θα θεωρήσει ότι η διαδικασία εξυπηρετεί τις στρατηγικές του επιδιώξεις. Για την Ουάσιγκτον, κάθε βήμα προς αποκλιμάκωση στην ισραηλινο-λιβανική μεθόριο θεωρείται κρίσιμο για τη συνολική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.
Σχόλιο
: Η ταχεία λήξη του πρώτου γύρου δείχνει ότι βρισκόμαστε ακόμη στο επίπεδο «διπλωματίας χειρονομιών», χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Αν η Ουάσιγκτον δεν βρει τρόπο να ενσωματώσει –έστω έμμεσα– τον παράγοντα Χεζμπολάχ στην εξίσωση, οι συνομιλίες κινδυνεύουν να μείνουν μια βιτρίνα καλών προθέσεων, χωρίς πραγματική επίδραση στην ασφάλεια των συνόρων Ισραήλ–Λιβάνου.






