Κλιμακώνεται η αντιπαράθεση ΗΠΑ–ΕΕ για τα πρόστιμα άνω των 6 δισ. ευρώ σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς. Η Ουάσινγκτον απειλεί με εμπορικά αντίμετρα.
Σε μείζον γεωοικονομικό μέτωπο εξελίσσεται η σύγκρουση ανάμεσα στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ και τις Βρυξέλλες, με αφορμή τα βαριά πρόστιμα που έχει επιβάλει η Ευρωπαϊκή Ένωση σε αμερικανικούς τεχνολογικούς κολοσσούς. Από τις αρχές του 2024, τα πρόστιμα προς Google, Apple, Meta και άλλες πλατφόρμες υπερβαίνουν συνολικά τα 6 δισ. ευρώ, αναδεικνύοντας μια βαθύτερη διαφωνία για το μοντέλο ρύθμισης της ψηφιακής οικονομίας.
Κλιμάκωση κυρώσεων και ρυθμιστικής πίεσης στις πλατφόρμες
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ενεργοποιήσει πλήρως το οπλοστάσιό της σε ανταγωνισμό και ψηφιακή ρύθμιση. Από το 2024 έχουν επιβληθεί έξι σημαντικές κυρώσεις: τον Μάρτιο 2024 πρόστιμο 1,84 δισ. ευρώ στην Apple για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης στη διανομή εφαρμογών streaming μουσικής· τον Νοέμβριο 2024 πρόστιμο 797 εκατ. ευρώ στη Meta για πρακτικές που ευνοούσαν το Facebook Marketplace· τον Απρίλιο 2025 πρόστιμα 500 εκατ. ευρώ στην Apple και 200 εκατ. ευρώ στη Meta στο πλαίσιο του Digital Markets Act· τον Σεπτέμβριο 2025 πρόστιμο 2,9 δισ. ευρώ στη Google για αντιανταγωνιστικές πρακτικές στη διαφήμιση· και τον Δεκέμβριο 2025 πρόστιμο 120 εκατ. ευρώ στην πλατφόρμα X για παραβίαση κανόνων διαφάνειας.
Οι ίδιες οι εταιρείες, αλλά και η Ουάσινγκτον, υποστηρίζουν ότι πρόκειται για μια εχθρική στάση της Ευρώπης απέναντι στην καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, η οποία –κατά την αμερικανική πλευρά– απειλεί να περιορίσει τη δυναμική ανάπτυξης της τεχνητής νοημοσύνης και των ψηφιακών υπηρεσιών.
Αμερικανικές απειλές για δασμούς και το επιχείρημα της Ευρώπης
Τον Φεβρουάριο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε μνημόνιο που ανοίγει τον δρόμο για επιβολή δασμών ως απάντηση σε ψηφιακούς φόρους και πρόστιμα που πλήττουν αμερικανικές εταιρείες. Ο υφυπουργός Οικονομικής Ανάπτυξης των ΗΠΑ Τζέικομπ Χέλμπεργκ χαρακτήρισε τα πρόστιμα «βασική πηγή έντασης» στις διατλαντικές οικονομικές σχέσεις, σημειώνοντας ότι την τελευταία εικοσαετία ξεπερνούν συνολικά τα 25 δισ. δολάρια. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρέσβης των ΗΠΑ στην ΕΕ Άντριου Πάζντερ προειδοποίησε ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να συμμετάσχει δυναμικά στην οικονομία της τεχνητής νοημοσύνης αν συνεχίσει την αυστηρή ρυθμιστική πολιτική, υπογραμμίζοντας ότι «δεν μπορείς να υπερρυθμίζεις και ταυτόχρονα να επιβάλλεις τεράστια πρόστιμα».
Η Κομισιόν, από την πλευρά της, υπερασπίζεται τη στρατηγική της, τονίζοντας ότι τα πρόστιμα έχουν τόσο τιμωρητικό όσο και αποτρεπτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας ως «έσχατη λύση» όταν αποτυγχάνουν οι διαπραγματεύσεις. Επισημαίνει επίσης ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι εταιρείες συμμορφώθηκαν χωρίς κυρώσεις, όπως με τη βελτίωση της διαλειτουργικότητας συσκευών της Apple στο πλαίσιο του Digital Markets Act.
Διατλαντικό ρήγμα για την ψηφιακή κυριαρχία
Πίσω από την αντιπαράθεση για τα πρόστιμα, διαφαίνεται μια βαθύτερη στρατηγική σύγκρουση για το ποιος θα θέτει τους κανόνες στην παγκόσμια ψηφιακή οικονομία. Η Ευρώπη επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην εξάρτησή της από αμερικανικές τεχνολογικές πλατφόρμες για κρίσιμες ψηφιακές υποδομές και στην ανάγκη προστασίας ανταγωνισμού και καταναλωτών, επενδύοντας παράλληλα σε εγχώριες λύσεις και ενίσχυση της «ψηφιακής κυριαρχίας» της.
Για τις αγορές και τις ίδιες τις εταιρείες, η έκβαση αυτής της διαμάχης θα καθορίσει όχι μόνο το κόστος συμμόρφωσης στην Ευρώπη, αλλά και το ποιο ρυθμιστικό μοντέλο –το πιο παρεμβατικό ευρωπαϊκό ή το πιο φιλικό προς τις επιχειρήσεις αμερικανικό– θα κυριαρχήσει διεθνώς.
Σχόλιο
: Η κόντρα για τα πρόστιμα στις Big Tech είναι στην ουσία μάχη ισχύος για τους παγκόσμιους κανόνες της ψηφιακής οικονομίας. Αν η Ουάσινγκτον προχωρήσει σε δασμούς, η διατλαντική σχέση κινδυνεύει να εισέλθει σε νέο κύκλο εμπορικού πολέμου, με collateral damage τις ίδιες τις εταιρείες και τους Ευρωπαίους καταναλωτές. Η ΕΕ δύσκολα θα υποχωρήσει από τον ρόλο της ως «ρυθμιστή του πλανήτη», την ώρα που προσπαθεί να χτίσει δική της τεχνολογική βάση και να μειώσει την εξάρτηση από αμερικανικούς κολοσσούς.






