Ο Ντόναλντ Τραμπ παρεμβαίνει ανοιχτά στην ουγγρική εκλογική αναμέτρηση, υποσχόμενος οικονομική στήριξη σε περίπτωση νίκης Όρμπαν. Η κίνηση οξύνει τις εντάσεις με τις Βρυξέλλες και αναδεικνύει το νέο τοπίο στις διατλαντικές σχέσεις.
Σε μια επίδειξη πολιτικής και οικονομικής στήριξης με σαφές προεκλογικό αποτύπωμα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεσμεύτηκε δημόσια ότι η κυβέρνησή του είναι έτοιμη να αξιοποιήσει την «πλήρη οικονομική ισχύ» των Ηνωμένων Πολιτειών για να ενισχύσει την ουγγρική οικονομία, εφόσον το ζητήσει ο πρωθυπουργός Βίκτορ Όρμπαν. Η παρέμβαση ήρθε λίγες μόλις ώρες πριν από την κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση της Κυριακής στην Ουγγαρία.
Προεκλογική ένεση στήριξης σε ηγέτη που υποχωρεί στις δημοσκοπήσεις
Με ανάρτηση στην πλατφόρμα Truth Social, ο Τραμπ διακήρυξε ότι η κυβέρνησή του «στέκεται έτοιμη» να ενισχύσει την ουγγρική οικονομία, όπως –όπως είπε– έχει κάνει στο παρελθόν με «μεγάλους συμμάχους» των ΗΠΑ. Παράλληλα, εξέφρασε ενθουσιασμό για τις «μελλοντικές προοπτικές ευημερίας» που, κατά την άποψή του, θα δημιουργήσει η συνέχιση της ηγεσίας Όρμπαν.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο βάρος, καθώς για πρώτη φορά από το 2010, όταν ο Βίκτορ Όρμπαν ανέλαβε την εξουσία, εμφανίζεται να υπολείπεται σημαντικά στις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η POLITICO, το νέο κόμμα Τsiza, που ίδρυσε ο πρώην στενός του συνεργάτης και πλέον βασικός αντίπαλος Πέτερ Μάγκιαρ, καταγράφει περίπου 50% στην πρόθεση ψήφου, την ώρα που το κυβερνών Φίντεζ περιορίζεται στο 20%.
Ο Όρμπαν έσπευσε να κεφαλαιοποιήσει επικοινωνιακά τη στήριξη του Αμερικανού προέδρου, ευχαριστώντας τον δημόσια και αναρτώντας βίντεο με το τραγούδι «Y.M.C.A.», που χρησιμοποιεί ο Τραμπ στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις. «Η Αμερική στέκεται στο πλευρό μας. Η Ουγγαρία είναι περήφανη που είναι μεγάλος σύμμαχος», έγραψε στην πλατφόρμα X.
Σκιά υποκλοπών, ένταση με Βρυξέλλες και ανοιχτή αμερικανική ανάμειξη
Η υπόσχεση Τραμπ έρχεται στο τέλος μιας ταραχώδους εβδομάδας για τη Βουδαπέστη, κατά την οποία είδαν το φως της δημοσιότητας καταγγελίες πως η Ουγγαρία μοιράστηκε εμπιστευτικά έγγραφα της ΕΕ με τη Ρωσία, επιβαρύνοντας περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις της με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Την αμερικανική εμπλοκή ενίσχυσε και η φυσική παρουσία του αντιπροέδρου των ΗΠΑ, JD Vance, στην ουγγρική πρωτεύουσα, όπου συμμετείχε στην προεκλογική εκστρατεία υπέρ του Όρμπαν και κατηγόρησε ευθέως τους «γραφειοκράτες της ΕΕ» ότι παρεμβαίνουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας.
Η στάση αυτή προκάλεσε αντίδραση στις Βρυξέλλες. Ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Στεφάν Σεζουρνέ επισήμανε με νόημα ότι είναι «παράδοξο» ένας αντιπρόεδρος των ΗΠΑ να μπορεί να σχολιάζει και να επηρεάζει τις ουγγρικές εκλογές, την ώρα που ένας αντιπρόεδρος της Κομισιόν υποτίθεται ότι πρέπει να τηρεί αποστάσεις.
Νέο τεστ για την ΕΕ και τις διατλαντικές ισορροπίες
Η ουγγρική κάλπη εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ για το μέλλον της ΕΕ, καθώς ο Όρμπαν έχει συστηματικά αμφισβητήσει τον ευρωπαϊκό πυρήνα σε ζητήματα κράτους δικαίου, κυρώσεων κατά της Ρωσίας και θεσμικής ολοκλήρωσης. Μια πιθανή ήττα του θα αναδιατάξει τους συσχετισμούς στο μπλοκ των ευρωσκεπτικιστών και της άκρας δεξιάς, ενώ μια οριακή νίκη, ενισχυμένη από την ανοιχτή στήριξη Τραμπ, θα οξύνει τη σύγκρουση με τις Βρυξέλλες.
Παράλληλα, η υπόσχεση αξιοποίησης της «οικονομικής ισχύος» των ΗΠΑ για την ενίσχυση μιας συγκεκριμένης κυβέρνησης-μέλους της ΕΕ, και μάλιστα ενόψει εκλογών, δημιουργεί προηγούμενο για το πώς η Ουάσιγκτον αντιλαμβάνεται τον ρόλο της στην Κεντρική Ευρώπη, σε μια περίοδο που ο πόλεμος στην Ουκρανία και η αντιπαράθεση με τη Ρωσία καθιστούν την περιοχή γεωπολιτικά κρίσιμη.
Σχόλιο
: Η κίνηση Τραμπ δεν είναι απλώς μια φιλική χειρονομία, αλλά ένα σαφές μήνυμα ότι η Ουάσιγκτον είναι διατεθειμένη να επενδύσει πολιτικό και οικονομικό κεφάλαιο για να κρατήσει στην εξουσία έναν ηγέτη που αμφισβητεί την ευρωπαϊκή κανονικότητα. Αν ο Όρμπαν επιβιώσει εκλογικά, θα αισθανθεί διπλά θωρακισμένος: απέναντι στις Βρυξέλλες, λόγω της αμερικανικής ομπρέλας, και στο εσωτερικό, λόγω της εικόνας διεθνούς στηρίγματος. Αν ηττηθεί, η ήττα του θα εκληφθεί και ως ήττα της στρατηγικής Τραμπ να δομήσει ένα δίκτυο «φίλων ηγετών» εντός της ΕΕ, με απρόβλεπτες προεκτάσεις για το πώς θα κινηθεί στο μέλλον σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.






