Ο Εντ Μίλιμπαντ δέχεται ισχυρές πιέσεις να χαλαρώσει τη στάση του απέναντι στις νέες άδειες πετρελαίου και φυσικού αερίου στη Βόρεια Θάλασσα. Η σύγκρουση με τη ρητορική του Νάιτζελ Φάρατζ αναδεικνύει το διακύβευμα για την ενεργειακή στρατηγική και την πολιτική αφήγηση του Εργατικού Κόμματος.
Η συζήτηση για το μέλλον της Βόρειας Θάλασσας εξελίσσεται σε κεντρικό πεδίο πολιτικής αναμέτρησης στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ο υπουργός Ενέργειας και Ασφάλειας Μηδενικών Ρύπων, Εντ Μίλιμπαντ, βρίσκεται στο επίκεντρο ενός σκληρού διλήμματος: να διατηρήσει την αντίθεσή του σε νέες άδειες εξόρυξης πετρελαίου και φυσικού αερίου ή να υποχωρήσει στις πιέσεις της δεξιάς και τμήματος των συνδικάτων που υπόσχονται φθηνότερους λογαριασμούς μέσω περισσότερης εγχώριας παραγωγής ορυκτών καυσίμων.
Η στρατηγική του Φάρατζ και το αφήγημα της «λαϊκής» ενέργειας
Το κόμμα Reform UK του Νάιτζελ Φάρατζ έχει καταφέρει να πλαισιώσει το ζήτημα ως μια σχεδόν υπαρξιακή σύγκρουση ανάμεσα στον «απλό πολίτη» και τις «ελίτ». Σύμφωνα με αυτή τη ρητορική, οι «wokerati» και οι περιβαλλοντικές πολιτικές αδιαφορούν για την ακρίβεια και την ενεργειακή φτώχεια, ενώ η επιστροφή στο πετρέλαιο της Βόρειας Θάλασσας εμφανίζεται ως πατριωτική, ρεαλιστική λύση.
Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή και η αναμενόμενη άνοδος των τιμών ενέργειας ενισχύουν αυτό το αφήγημα φόβου και σπανιότητας. Η κοινωνική ψυχολογία σε συνθήκες κρίσης ευνοεί προτάσεις που υπόσχονται «ενεργειακή ανεξαρτησία», ακόμη κι αν δεν αντέχουν σε τεχνικό ή οικονομικό έλεγχο. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Φάρατζ μπορεί να μην έχει πραγματική επιρροή στη διεθνή σκηνή, όμως διαμορφώνει σε μεγάλο βαθμό το εσωτερικό πολιτικό κλίμα.
Τα οικονομικά δεδομένα της Βόρειας Θάλασσας
Πέρα από τη ρητορική, η Βόρεια Θάλασσα δεν αποτελεί πλέον ελκυστική επενδυτική προοπτική. Ο 33ος γύρος αδειοδότησης που άνοιξαν οι Συντηρητικοί το 2022 προσέλκυσε προσφορές μόνο για περίπου το ένα τέταρτο των διαθέσιμων «blocks». Οι εταιρείες ενέργειας, παρά τα υπερκέρδη τους λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, δεν έδειξαν διάθεση να δεσμεύσουν κεφάλαια σε ώριμα και δαπανηρά κοιτάσματα.
Ακόμη κι αν η σημερινή κυβέρνηση των Εργατικών προχωρούσε άμεσα σε νέο γύρο αδειών, η επίδραση στους λογαριασμούς θα ήταν πρακτικά μηδενική βραχυπρόθεσμα και αμελητέα μεσοπρόθεσμα. Τα νέα κοιτάσματα χρειάζονται πέντε έως επτά χρόνια για να αποδώσουν. Επιπλέον, η βρετανική αγορά ενέργειας παραμένει συνδεδεμένη με τις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου· η εγχώρια παραγωγή δεν απομονώνει τους καταναλωτές από τις παγκόσμιες διακυμάνσεις.
Ανανεώσιμες, τιμές και ενεργειακή ασφάλεια
Η εναλλακτική που προβάλλεται είναι ο διαχωρισμός της αγοράς σε καθαρή και ρυπογόνο ενέργεια, με επιτάχυνση των επενδύσεων σε αιολικά, φωτοβολταϊκά και υδρογόνο. Μια τέτοια αρχιτεκτονική θα μπορούσε να επιτρέψει στις φθηνότερες ανανεώσιμες πηγές να αντικατοπτρίζονται πιο άμεσα στους λογαριασμούς, μειώνοντας την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα και τις γεωπολιτικές κρίσεις.
Η Βρετανία έχει ήδη καταγράψει ρεκόρ παραγωγής από άνεμο και ήλιο, περιορίζοντας τις εισαγωγές φυσικού αερίου σε μια περίοδο αστάθειας. Η αντιπαράθεση, λοιπόν, δεν είναι μόνο τεχνοκρατική αλλά βαθιά πολιτική: θα επενδυθεί πολιτικό κεφάλαιο σε έναν κλάδο σε παρακμή ή σε μια αφήγηση αφθονίας και καινοτομίας γύρω από τις ανανεώσιμες;
Το διακύβευμα για τους Εργατικούς
Για τον Μίλιμπαντ, που έχει συνδέσει την πολιτική του διαδρομή με τη μάχη κατά της κλιματικής κρίσης, η υποχώρηση στο μέτωπο της Βόρειας Θάλασσας θα συνιστούσε όχι μόνο πολιτική αλλά και συμβολική ήττα. Η εμπειρία άλλων υπουργών που επιχείρησαν να «μιμηθούν» τη ρητορική της δεξιάς σε θέματα όπως η μετανάστευση δείχνει ότι η τακτική της αραίωσης των αξιών δεν αποδίδει εκλογικά, ενώ διαβρώνει την κομματική συνοχή.
Η αρθρογράφος υποστηρίζει ότι το πραγματικό δίλημμα είναι κατασκευασμένο: οι αριθμοί, οι χρόνοι υλοποίησης και η δομή της αγοράς δείχνουν πως η Βόρεια Θάλασσα δεν μπορεί να λύσει την κρίση κόστους ζωής. Η μόνη βιώσιμη στρατηγική, τόσο οικονομικά όσο και πολιτικά, είναι η ενίσχυση των ανανεώσιμων και η οικοδόμηση ενός πειστικού, αληθινού αφηγήματος γύρω από αυτές.
Σχόλιο
: Η βρετανική συζήτηση λειτουργεί ως προειδοποιητικός καθρέφτης και για την Ελλάδα: σε περιόδους ενεργειακής ανασφάλειας, η επιστροφή στα ορυκτά καύσιμα εμφανίζεται ως εύκολη λύση, όμως οι αγορές, οι χρόνοι υλοποίησης και το κλιματικό ρίσκο δείχνουν ότι η πραγματική ασφάλεια και η σταθερότητα τιμών χτίζονται μόνο με επιθετική στροφή σε ανανεώσιμες, έξυπνα ρυθμισμένα δίκτυα και ξεκάθαρο πολιτικό αφήγημα που δεν αντιγράφει τη ρητορική της άκρας δεξιάς.
#ΗνωμενοΒασιλειο #Ενεργεια #Ανανεωσιμες #Πετρελαιο #Πολιτικη






