Ο Ντόναλντ Τραμπ διαψεύδει δημοσίως τον υπουργό Ενέργειας Κρις Γουάιτ για τη διάρκεια της ακρίβειας στα καύσιμα. Η αντιπαράθεση συνδέεται άμεσα με τον πόλεμο στο Ιράν και τις αναταράξεις στα στενά του Ορμούζ.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ αμφισβήτησε ανοιχτά τις εκτιμήσεις του υπουργού Ενέργειας Κρις Γουάιτ σχετικά με την πορεία των τιμών της βενζίνης, επιχειρώντας να καθησυχάσει τους Αμερικανούς καταναλωτές εν μέσω κλιμακούμενης γεωπολιτικής έντασης στη Μέση Ανατολή.
Ο Γουάιτ είχε δηλώσει ότι οι τιμές ενδέχεται να μην υποχωρήσουν κάτω από τα 3 δολάρια το γαλόνι πριν από το 2027, επικαλούμενος τις αναταράξεις στις προμήθειες λόγω του πολέμου με το Ιράν και τις διαταραχές στη ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ. Ο Τραμπ, ωστόσο, απέρριψε κατηγορηματικά αυτή την πρόβλεψη.
Διαφορετικά μηνύματα από Λευκό Οίκο και υπουργείο Ενέργειας
«Όχι, νομίζω ότι έχει άδικο σε αυτό. Εντελώς λάθος», δήλωσε ο Τραμπ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση και επιμένοντας ότι οι τιμές θα υποχωρήσουν «μόλις αυτό τελειώσει», αναφερόμενος σαφώς στον πόλεμο με το Ιράν. Με τον τρόπο αυτό ο Αμερικανός πρόεδρος επιχειρεί να εμφανιστεί αισιόδοξος, συνδέοντας ευθέως την αποκλιμάκωση των τιμών καυσίμων με την έκβαση της σύγκρουσης.
Ο Γουάιτ, σε δηλώσεις του την προηγούμενη ημέρα, είχε υπογραμμίσει ότι «αυτό ίσως να μην συμβεί πριν από το επόμενο έτος», εξηγώντας ότι οι διακοπές στη ροή πετρελαίου μέσω των στενών του Ορμούζ ασκούν ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές, παρότι εκτίμησε ότι «οι τιμές πιθανότατα έχουν φτάσει στο ανώτατο σημείο τους».
Η δημόσια αυτή διάσταση απόψεων αναδεικνύει την ένταση στο εσωτερικό της αμερικανικής κυβέρνησης ανάμεσα στην πολιτική ανάγκη για καθησυχαστικά μηνύματα προς τους ψηφοφόρους και στις πιο ψυχρές τεχνικές εκτιμήσεις για την αγορά ενέργειας. Για τον μέσο Αμερικανό, η τιμή της βενζίνης αποτελεί κεντρικό δείκτη του κόστους ζωής και κρίσιμο παράγοντα πολιτικής δυσαρέσκειας.
Ο πόλεμος με το Ιράν και ο κίνδυνος για την παγκόσμια αγορά ενέργειας
Το ζήτημα των τιμών καυσίμων δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τις εξελίξεις στον πόλεμο με το Ιράν. Η ναυσιπλοΐα στα στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό ποσοστό των παγκόσμιων θαλάσσιων μεταφορών πετρελαίου, βρίσκεται στο επίκεντρο. Οποιαδήποτε διακοπή ή απειλή διακοπής αυτής της ροής μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένη μεταβλητότητα και ανοδικές πιέσεις στις διεθνείς τιμές.
Ο Τραμπ έχει δηλώσει ότι δεν θα είχε «κανένα πρόβλημα» να συναντήσει τους Ιρανούς ηγέτες, την ώρα που Αμερικανοί αξιωματούχοι κατευθύνονται στο Πακιστάν για συνομιλίες. Ωστόσο, ιρανικά κρατικά μέσα ενημέρωσης μεταδίδουν ότι η Τεχεράνη δεν προτίθεται να συμμετάσχει σε νέες διαπραγματεύσεις υπό τις σημερινές συνθήκες, κάνοντας λόγο για «δήθεν ναυτικό αποκλεισμό» και «απειλητική ρητορική» από την Ουάσινγκτον.
Η αβεβαιότητα αυτή συντηρεί τον κίνδυνο για τη διεθνή αγορά ενέργειας: οι επενδυτές τιμολογούν τόσο το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης, όσο και το σενάριο μιας αιφνίδιας διπλωματικής αποκλιμάκωσης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη διόρθωση των τιμών. Για χώρες εισαγωγείς ενέργειας, όπως η Ελλάδα, η εξέλιξη της σύγκρουσης και της αμερικανικής πολιτικής έχει άμεσες συνέπειες στο ενεργειακό κόστος και, κατ’ επέκταση, στον πληθωρισμό.
Σχόλιο
: Η δημόσια διάψευση του υπουργού Ενέργειας από τον Τραμπ δείχνει ότι, σε προεκλογικό περιβάλλον, η πολιτική επικοινωνία υπερισχύει της τεχνοκρατικής ανάλυσης. Η αγορά, όμως, δεν λειτουργεί με ευχολόγια· θα συνεχίσει να «διαβάζει» τον πόλεμο στο Ιράν και τις ροές από τα στενά του Ορμούζ, ανεξάρτητα από τις αισιόδοξες δηλώσεις του Λευκού Οίκου.






