Ο Σι Τζινπίνγκ χαρακτήρισε την επανένωση Κίνας–Ταϊβάν «ιστορική αναγκαιότητα» σε συνάντηση με την πρόεδρο του Κουομιντάνγκ. Το μήνυμα κλιμακώνει τη ρητορική του Πεκίνου και εντείνει τις ανησυχίες για την ασφάλεια στην Ασία.
Νέο μήνυμα αδιαλλαξίας απέναντι στην Ταϊβάν έστειλε ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ, δηλώνοντας ότι η επανένωση Πεκίνου–Ταϊπέι αποτελεί «ιστορική αναγκαιότητα». Η τοποθέτηση έγινε στο Πεκίνο, σε συνάντηση με την πρόεδρο του ταϊβανέζικου κόμματος Κουομιντάνγκ (KMT), Τσενγκ Λι-γουεν.
Σήμα αποφασιστικότητας από το Πεκίνο
Ο Σι υπογράμμισε ότι «όποια κι αν είναι η διεθνής συγκυρία, το μεγάλο ρεύμα των συμπατριωτών εκατέρωθεν των στενών που πλησιάζουν και έρχονται κοντύτερα δεν θα αλλάξει». Με αυτή τη διατύπωση, ο Κινέζος ηγέτης επιχειρεί να εμφανίσει την προοπτική επανένωσης όχι ως επιλογή εξουσιών, αλλά ως αμετάκλητη ιστορική πορεία, στέλνοντας μήνυμα τόσο στην Ταϊπέι όσο και στις δυνάμεις που στηρίζουν την de facto αυτονομία της Ταϊβάν.
Το Κουομιντάνγκ, παραδοσιακά πιο διαλλακτικό απέναντι στο Πεκίνο από τα κυβερνώντα φιλοδημοκρατικά κόμματα της Ταϊβάν, λειτουργεί ως χρήσιμος πολιτικός δίαυλος για την Κίνα. Η παρουσία της Τσενγκ στο Πεκίνο επιτρέπει στη κινεζική ηγεσία να προβάλει ότι υπάρχουν εντός της Ταϊβάν δυνάμεις που συνομιλούν με την προοπτική στενότερης σύγκλισης.
Πολιτισμικό αφήγημα και γεωπολιτικός κίνδυνος
Η Τσενγκ έκανε λόγο για «κοινή εκκίνηση του σχεδίου αναζωογόνησης του κινεζικού πολιτισμού», υιοθετώντας τη ρητορική της Πεκίνου περί ενιαίου κινεζικού έθνους, στην οποία η Ταϊβάν δεν εμφανίζεται ως ξεχωριστό πολιτικό υποκείμενο αλλά ως τμήμα μιας ενιαίας ιστορικής και πολιτισμικής ενότητας.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η έμφαση του Σι στην «αναπόφευκτη» επανένωση αναζωπυρώνει τις ανησυχίες για ενδεχόμενη κλιμάκωση σε μία από τις πιο κρίσιμες θαλάσσιες οδούς του παγκόσμιου εμπορίου, επηρεάζοντας ειδικά τις αλυσίδες εφοδιασμού υψηλής τεχνολογίας και ημιαγωγών.
Σχόλιο
: Η επίκληση της «ιστορικής αναγκαιότητας» σκληραίνει το πλαίσιο γύρω από την Ταϊβάν, μειώνοντας τα περιθώρια συμβιβασμού και παγιώνοντας ένα σκηνικό μακροχρόνιας έντασης με ευρύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες.






